Μια μοναδική συνέντευξη του “Πέρι”: “Είμαι παιδί της αλάνας, ο ΟΦΗ τι είναι; Ομάδα όλης της Κρήτης”

Eπιμέλεια:Gentikoule.gr

Ο Περικλής Παπαπαναγής δεν είναι ένας συνηθισμένος «ποδοσφαιράνθρωπος». Το αντιλαμβάνεσαι από την πρώτη στιγμή που τον βλέπεις, από τις πρώτες του λέξεις.

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Εξάρχεια, παίζοντας μπάλα παράλληλα με τις κοινωνικές ζυμώσεις που συντελούνταν στην περιοχή και είναι από εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις παικτών που έχουν παίξει σε όλες μα όλες τις κατηγορίες του ελληνικού ποδοσφαιρικού οικοδομήματος. Από το Γ’ τοπικό, μέχρι την Α΄Εθνική. Με συνέπεια και σταθερότητα υπηρέτησε το ποδόσφαιρο και αφού κρέμασε τα παπούτσια του. Έχει εργαστεί ως προπονητής στην Κ-21 του Πανιωνίου, ως σκάουτ της ΑΕΚ, ως αναλυτής στον Παναθηναϊκό, ενώ το 2013 πήγε στον ΑΠΟΕΛ της Κύπρου ως αναλυτής και επικεφαλής σκάουτ. Το 2015 πήγε στον Απόλλωνα Λεμεσού ως άμεσος συνεργάτης του πρώτου προπονητή και το περσινό καλοκαίρι, αποφάσισε να επαναπατριστεί για να πάρει μέρος στο φιλόδοξο πρότζεκτ του ΟΦΗ.

Η κρητική ομάδα άλλαξε σελίδα, βάζοντας πλώρη προς έναν προορισμό ποδοσφαιροκεντρικό, αλλά και ανθρωποκεντρικό. Χαράσσοντας στρατηγική με ποδοσφαιρική σκέψη, ανάλυση και γνώση, χωρίς όμως να παραγνωρίζει τις ανθρώπινες σχέσεις. Και κατάφερε να συγκεντρώσει στον πυρήνα της ανθρώπους με γνώση και ήθος. Από τον αντιπρόεδρο και Γενικό Διευθυντή Ηλία Πουρσανίδη μέχρι τον συντονιστή ακαδημιών Σάββα Κωφίδη. Το προπονητικό επιτελείο των Γιώργου Σίμου και Περικλή Παπαπαναγή έχει την δυνατότητα να δουλέψει γνωρίζοντας πως υπάρχει εμπιστοσύνη, μακριά από το ανθρωποφάγο σύστημα που διέπει το ελληνικό επαγγελματικό ποδόσφαιρο.

Το Κουτί της Πανδώρας συνάντησε τον Περικλή Παπαπαναγή στην Αθήνα, λίγες μέρες πριν αρχίσει το νέο πρωτάθλημα, συζητώντας μαζί του για τον ΟΦΗ, τις αξίες του ποδοσφαίρου και το κατά πόσο μπορεί ο αθλητισμός να γίνει αυτή την εποχή η πλατφόρμα για την αλλαγή.

– Έχετε δημιουργήσει ένα πολύ ωραίο περιβάλλον στον ΟΦΗ. Τι είναι αυτό που τον κάνει να ξεχωρίζει;

«Δεν είναι ένας ανθρωποφάγος οργανισμός, όπως πολλές αντίστοιχες επιχειρήσεις. Γιατί η ομάδα στην ουσία είναι μια Ανώνυμη Εταιρεία και τα αποτελέσματα πιέζουν. Εδώ υπάρχει πίστωση χρόνου, μια εμπιστοσύνη στις διαδικασίες κι αυτό ευνοεί πολύ τον οργανισμό μακροπρόθεσμα. Βραχυπρόθεσμα ίσως δεν υπάρχουν άμεσα οφέλη σε αντίστοιχες προσπάθειες, όμως σίγουρα τα βλέπεις μετά από λίγο καιρό. Αρκεί μία χρονιά, όπως και σε εμάς. Είχαμε τα πάνω-κάτω, αγωνιστικά πάντα, αλλά η σταθερότητα αυτή που υπάρχει σε όλα τα στρώματα του οικοδομήματος απέδωσε, στο τέλος το πιστωθήκαμε».

– Έχεις δουλέψει σε «μεγάλες» ομάδες. Βλέπεις ότι τελικά οι αποστάσεις διοικητικά και οργανωτικά έχουν μειωθεί; Και τι είναι τελικά αυτό που κάνει τη διαφορά;

«Κοίταξε, όταν μιλάμε για επαγγελματικό ποδόσφαιρο, μιλάμε για μπάτζετ. Όταν έχεις μπάτζετ μπορείς να αγοράσεις ποιότητα, δεν σε ενδιαφέρει να τη χτίσεις. Το χτίσιμο απαιτεί περισσότερο χρόνο, όμως από ένας σημείο και μετά μπορείς να έχεις τα ίδια οφέλη. Σε αυτές τις μεγάλες ομάδες δεν υπάρχει υπομονή. Παίζουμε σήμερα, αύριο μπορεί να μην υπάρχουμε όλοι μας, από τον προπονητή μέχρι τον κηπουρό. Οργανωτικά, τώρα, αρκετές ομάδες μπορεί να είναι εφάμιλλες των «μεγάλων» στην οργάνωση και τη δομή. Είναι διαφορετικά, όμως ,τα brand names. Για τον ΟΦΗ εγώ συνηθίζω να χρησιμοποιώ τη φράση μεγαλομεσαία ομάδα. Εκπροσωπούμε ένα νησί όπως η Κρήτη, υπάρχει ιστορία από πίσω. Είμαστε ένα καλό brand name για να πατήσεις. Γιατί θες και το εμπορικό κομμάτι. Δεν γίνεται σε μια ποδοσφαιρική ομάδα να μην είναι δυνατό. Τα λεφτά θα φέρουν λεφτά, δεν μπορούν να λειτουργήσουν μοντέλα  που ένας τρελός πρόεδρος ξοδεύει εκατομμύρια, γιατί αυτός θα φύγει. Ας μην συζητήσουμε για επενδύσεις. Σε όποιον πεις ότι θα κάνεις μια επένδυση εκατομμυρίων στο ελληνικό ποδόσφαιρο για να τα πάρεις πίσω, ίσως θα γελάσει. Νομίζω ότι στον ΟΦΗ βρίσκει εφαρμογή μια ρήση του Σωκράτη, δανεική αλλά πολύ πραγματική. Τις αποφάσεις πρέπει να τις παίρνουν οι επαΐοντες, αυτοί που ξέρουν. Το δύσκολο στο ποδόσφαιρο είναι να τους βρεις. Οπότε αυτός που ξέρει έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να μην κάνει λάθος».

– Είναι όμως ένα ελληνικό φαινόμενο να έχεις ανθρώπους που ξέρουν ποδόσφαιρο σε μια ομάδα και να μην τους ακούς…

«Αυτή είναι μια μεγάλη κουβέντα σίγουρα. Ένας ιδιοκτήτης ασκεί διοίκηση όπως σε οποιαδήποτε άλλη επιχείρησή του, μπορεί να βάλει έναν τεχνικό διευθυντή, έναν εμπορικό διευθυντή κτλπ. Δεν ξέρω όμως με τι εχέγγυα μπήκαν άνθρωποι σε αυτές τις θέσεις για να αλλάξουν πράγματα. Γιατί ένα από τα μεγαλύτερα προσόντα που μπορείς να έχεις σε μια τέτοια δομή επιχείρησης, εφόσον ο από κάτω ξέρει περισσότερα από τον από πάνω, είναι να βρεθεί ο τρόπος να πει στον από πάνω αυτά που δεν ξέρει. Δεν γνωρίζω με ποιους τρόπους αυτοί που ήταν να πείσουν τον από πάνω το προσπάθησαν. Δεν ξέρω ο κάθε ιδιοκτήτης τι επιχειρήματα άκουγε στο να αλλάξει πέντε πράγματα ή αν τα άκουγε σωστά. Δεν ήμασταν εκεί, δεν το ξέρουμε. Νομίζω το βασικό είναι να εντοπίσεις το πρόβλημα. Το λέμε και στα UEFA Pro τα διπλώματα και νομίζω είναι δανεισμένο από τις επιχειρήσεις, γιατί καισ το ποδόσφαιρο management είναι, με κάποιες ιδιαιτερότητες. Οι απαντήσεις υπάρχουν. Το θέμα είναι η σωστή ερώτηση. Και για να βρεις το πρόβλημα, κάνεις πολύ απλές ερωτήσεις, οι οποίες το ορίζουν. Με την ίδια λογική θα μπορούσαν να λυθούν κι άλλα προβλήματα στο χώρο, σε επίπεδο Ομοσπονδίας ή συλλόγων».

– Μεγάλωσες στα Εξάρχεια. Πώς μπήκε το ποδόσφαιρο στη ζωή σου;

«Είμαι μια περίεργη διαδικασία. Έπαιζα ποδόσφαιρο επειδή έπαιζαν και οι άλλοι. Είμαι άνθρωπος της αλάνας, παίζαμε στα πάρκινγκ, στα τσιμέντα, στο λόφο του Στρέφη, στη Νεάπολη, ακόμα και στην πλατεία Εξαρχείων με καπάκι από κόκα κόλα. Ο αδερφός μου ήταν πολύ καλύτερος από εμένα και έτσι έπαιζα κι εγώ. Γύρω στα 14-15 μάλιστα ασχολήθηκα και με το μπάσκετ, πήγα στον Αστέρα Εξαρχείων. Στα 16 πήγα στον Παπάγου και είχαν την τύχη να συναντήσω τον Στράτο Σάββα. Πήγα σε μια ηλικία που άλλαζε το σώμα μου, ψήλωσα απότομα. Βρήκα καλές συναρμογές με το ποδόσφαιρο και από τα 16 και μετά ήμουν όντως καλός ποδοσφαιριστής. Και παίζοντας σε ένα πολύ υγιές περιβάλλον ανταγωνισμού, χωρίς να μιλάμε σε διαιτητές, με σεβασμό στον συμπαίκτη και στον αντίπαλο και θεωρώ με πολύ καλές, για την εποχή, προπονήσεις. Ο Σάββας είχε την Longlived, τις ακαδημίες και όταν πήγαινε σε μια ομάδα έδινε ευκαιρίες σε παιδιά. Πήγε σε αυτή του Παπάγου και έβαλε στη Β’ Αθηνών 25 παιδιά από 15 μέχρι 17 ετών. Και η ομάδα ανέβηκε. Έβγαλε ποδοσφαιριστές όπως εγώ, ο Μιχάλης Καβαλιέρης και βέβαια ο Άκης ο Ζήκος, αλλά και άλλα παιδιά που έφτασαν για παράδειγμα μέχρι Β’ Εθνική. Εκεί, στα 17, λοιπόν, πήραν τα πράγματα τον δρόμο τους. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό επειδή ήμουν λίγο ιδιαίτερος σαν παιδί και έτυχε να πέσω σε καλούς προπονητές και να πάρω καλές βάσεις και αξίες για να εξελιχθώ».

– Πώς ήταν τότε να παίζεις μπάλα στα Εξάρχεια; Αντιμετώπιζαν το ποδόσφαιρο ως κάτι, ας πούμε, ξένο προς το κίνημα;

«Ήταν όπως και στις άλλες γειτονιές της Αθήνας. Το ποδόσφαιρο ήταν μια διέξοδος αλάνας. Υπήρχαν πολύ καλύτεροι ποδοσφαιριστές από εμένα και σε προσόντα και σε ταλέντο, ο οποίοι δεν έκαναν ποτέ καριέρα. Ήταν και η νοοτροπία τέτοια όμως. Δεν υπήρχε επαγγελματισμός. Έπαιζαν μπάλα, όχι ποδόσφαιρο. Έχει διαφορά. Βέβαια, τότε ήταν και πιο εύκολο να τα καταφέρεις. Για το δεύτερο σκέλος της ερώτησης, μιλάμε για εποχές που γίνονταν διάφορες ζυμώσεις, πολιτικού και κοινωνικού τύπου στην πλατεία Εξαρχείων. Πάντα υπήρχε αυτός ο κόσμος, ο αναρχικός, ο εναλλακτικός, ο πιο αριστερός ή και ο ανένταχτος πολιτικά που είχε όμως πολιτική κοινωνική άποψη. Το ποδόσφαιρο ωστόσο δεν το αντιμετώπιζαν εχθρικά, δεν το θεωρούσαν, ας πούμε, όπλο του συστήματος. Μα αν το καλοσκεφτείς, το ποδόσφαιρο από μόνο του σαν άθλημα είναι εξαιρετικό. Το θέμα άλλωστε είναι πώς το χρησιμοποιεί ο καθένας. Τώρα έχουν ξεφύγει τα πράγματα, ακούς ποσά και ντρέπεσαι που τα ακούς, ή γι’ αυτούς που τα παίρνουν, μπορεί να είσαι και εσύ ο ίδιος σε αυτό το σύστημα. Εγώ, και ως ποδοσφαιριστής και ως επαγγελματίας, που ζω τώρα από το ποδόσφαιρο, παθαίνω μια κρίση ταυτότητας. Είναι πολύ λογικό από τη μία να έχεις την καθημερινότητά σου και να θέλεις να ζήσεις την οικογένειά σου και να βλέπεις από την άλλη τι γίνεται γύρω σου. Ούτως ή άλλως, νομίζω ότι οι ενοχές για το τι γίνεται στον πλανήτη γεννιούνται μαζί με τον άνθρωπο. Το θέμα είναι τι κάνεις με αυτές τις ενοχές. Πρέπει να είσαι φειδωλός στο πώς τίθεσαι σε αυτή την κοινωνία».

– Από τότε είχες στο μυαλό σου ότι αφού κρεμάσεις τα παπούτσια σου θα συνεχίσεις να δουλεύεις στο ποδόσφαιρο;

«Ξέρεις, το ποδόσφαιρο έχει το εξής περίεργο. Είναι ταυτόχρονα παιχνίδι και επάγγελμα. Ακόμα και τώρα που με βλέπεις είμαι με ένα σορτσάκι. Μπαίνω, το φοράω και παίζω. Είμαι παιδί. Άρα από τα 17 σου μέχρι τα 35 που μπορεί να είσαι ποδοσφαιριστής, δεν την βγάζεις εύκολα από πάνω σου την παιδικότητα. Παίζω ένα παιχνίδι και πληρώνομαι. Πάλι εκεί υπάρχει μια σύγχυση. Σε αυτές τις ηλικίες, δεν σκέφτεσαι το μέλλον, με το πώς θα είσαι μετά. Γι’ αυτό και αρκετοί δυσκολεύονται στη μετάβαση. Έχει να κάνει και με την παιδεία σου και τους ανθρώπους που έχεις δίπλα σου. Πολύ εύκολα μπορείς να ξεστρατίσεις και να αγοράσεις 7 αυτοκίνητα. Κι αν σε ρωτήσω τι τα θες και τα 7, αφού ένα παίρνεις τη φορά, μπορεί να μην έχεις απάντηση. Είναι πολλά τα παραδείγματα, είναι εύκολο να χάσεις το μέτρο. Επίσης, επειδή έχεις μια καθημερινότητα που λες ότι στα 25 κερδίζω τα δεκαπλάσια από τον πάτερα μου που δουλεύει παραπάνω ώρες, σου δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι αυτό μπορεί να το έχεις πάντα. Πιθανόν κι εγώ την είχα. Δεν σκεφτόμουν πώς θα είμαι όταν τελειώσω το ποδόσφαιρο, ούτε καν όταν σταμάτησα δεν το έβλεπα. Άνοιξα ένα εστιατόριο στα Εξάρχεια. Μετά έκανα μια στροφή και είπα μέσα μου ότι δεν μου αρέσει η ζωή μου και πρέπει να γυρίσω σε αυτό που με έκανε να νιώθω εμπιστοσύνη. Νομίζω ότι η επιλογή επαγγέλματος πρέπει να γίνεται κατά κύριο λόγο με βάση το πόσο σίγουρος είσαι ότι μπορείς να κάνεις μια δουλειά και ότι αυτή θα σε πάει κάπου. Οπότε με αυτή τη λογική έκανα στροφή σε αυτό που ήμουν σίγουρος ότι μπορώ να κάνω και μέχρι στιγμής έχει αποδώσει, τουλάχιστον μέσα μου. Από τη στιγμή που συνεχίζω να βρίσκω δουλειά μάλλον είναι ορατό και στους άλλους».

– Τότε, στα Εξάρχεια, ήταν που γνώρισες και την Εθνική Αστέγων;

«Ήταν σε εκείνο το διάστημα ναι, που είχα επιστρέψει στα Εξάρχεια. Είχα ανοίξει μαγαζί και γνώρισα τον Χρήστο Αλεφάντη. Πήγα σε ένα κοινωνικό φόρουμ και έδωσα δύο συνεντεύξεις για το Ελλάδα-Αλβανία, που ήταν πολύ φορτισμένο πολιτικά. Μέσα από αυτή τη διαδικασία μου είπαν τα παιδιά για το πρότζεκτ, το οποίο μου άρεσε. Ήταν ένας εθελοντισμός ωραίος, θα μπορούσα ακόμα και σήμερα να ήμουν εκεί, μιλάω με τα παιδιά, όμως δεν υπήρχε ο χρόνος, ενώ έφυγα και για Κύπρο μετά από ένα διάστημα. Εκείνο που είναι πολύ σημαντικό σε αυτό το πρότζεκτ είναι ότι έχει ανταποδοτική αξία. Δεν υπάρχει επαιτεία. Είναι κρίσιμο αυτό. Τα παιδιά που βγαίνουν στον δρόμο πουλάνε ένα περιοδικό και παίρνουν ενάμιση ευρώ, ξέρουν ότι θα έχουν να φάνε. Το πουλάνε όμως. Δεν χαρίζουν. Ούτε τους χαρίζουν. Έτσι τέθηκα και εγώ σαν άνθρωπος απέναντί τους στην ποδοσφαιρική ομάδα, ότι δεν τους κάνω χάρη. Θα σε αντιμετωπίσω όπως σου αξίζει. Μπορεί να σκόνταψες και να θέλεις να σηκωθείς, μπορεί ως πρώην τοξικοεξαρτημένος να μην στέκεσαι και στα δύο σου πόδια, όμως θα σε αντιμετωπίσω ως άνθρωπο με δύο πόδια. Δεν σου κάνω χάρη και δεν μου κάνεις. Ξέρεις, αυτά είναι συναισθηματικά φορτία που πετάμε ο ένας στον άλλον και βαραίνουν. Εγώ είμαι πολύ καχύποπτος όσον αφορά στις δωρεές. Η δωρεά από μόνη της είναι μορφή εξουσίας. Και μάλιστα έχει και ωραίο περιτύλιγμα».

– Ερωτεύτηκες λίγο παραπάνω το ποδόσφαιρο μέσω αυτής της διαδικασίας;

«Ήμουν πάντα ερωτευμένος, χωρίς να ξέρω ακριβώς τους λόγους. Πάντα μπορείς να βρεις έναν λόγο παραπάνω, αυτό είδα. Δεν μιλάμε όλοι την ίδια γλώσσα. Πώς θα συνεννοηθούμε; Μέσω του ποδοσφαίρου. Από όσες διαφορετικές θρησκείες, φυλές, κοινωνικές τάξεις και να είμαστε μόλις πετάξουμε μέσα ένα τόπι, ή ένα παιχνίδι γενικά, θα συνεννοηθούμε, θα βρούμε άκρη. Γιατί το παιχνίδι έχει συγκεκριμένους, απλούς κανόνες. Αυτό λέγαμε και τότε, δεν κάναμε κάτι διαφορετικό. Δεν ανακαλύψαμε την Αμερική ούτε κάναμε τίποτα ψυχαναλύσεις και group therapy. Η ίδια η μπάλα ήταν το group therapy. Το τόπι. Κι από εκεί θα πάρει ο καθένας ό,τι του αξίζει, χωρίς χάρες, γιατί αυτό θα αντιμετωπίσει κι έξω».

– Είσαι ένας άνθρωπος με διαφορετική σκοπιά, από ό,τι συνηθίζεται στο ποδόσφαιρο. Έχεις γνώμη, μιλάς, πέραν του ποδοσφαίρου και για άλλα θέματα. Αισθάνεσαι ότι αυτό μπορεί να έχει και αρνητικές συνέπειες;

«Συμβαίνει το εξής. Δυστυχώς, το κάνουμε όλοι μας. Μπορεί κι εγώ. Κρίνουμε τα πράγματα από το περιτύλιγμα και την εμφάνιση. Είναι αυτό που λένε -και έχει πολύ πλάκα- σε σεμινάρια πωλήσεων ασφαλειών, δεν έχεις ποτέ δεύτερη ευκαιρία για την πρώτη εντύπωση. Ο περισσότερος κόσμος που δεν σε ξέρει ή μπορεί να έχει μια πολύ απλή συναναστροφή μαζί σου, κυρίως θα αντιμετωπίσει αυτό που βλέπει. Εγώ έχω έναν τρόπο ντυσίματος ίσως λίγο διαφορετικό για τον μέσο όρο. Αυτό μπορεί να μου δημιουργήσει αντίστοιχα προβλήματα. Βέβαια, γνωρίζοντας τους ανθρώπους εκεί μπορεί να αλλάξουν τα πράγματα, να έχεις δεύτερες ευκαιρίες, θα κριθείς για τον χαρακτήρα σου και γι’ αυτά που μπορείς να κάνεις. Μπορεί να θεωρούμαι λίγο διαφορετικός, σε μια κοινωνία που θέλει μετριότητα. Είναι ο χρυσός κανόνας. Εκεί τείνουμε να πάμε όλοι, να είμαστε κοινό και μέσο όρος. Η γνώμη με επιχειρήματα, σε κάποιες δεδομένες στιγμές, μπορεί να μην αρέσει. Αλλά δεν έχω κανένα παράπονο. Και άνθρωποι που πιθανόν να με αδίκησαν κατά καιρούς, άλλοι ήρθαν να μου ζητήσουν συγγνώμη, με άλλους τα βρήκα κ.ο.κ.  Ξέρεις, σε μια καθημερινότητα και σε μια τριβή που έχουμε, ξεχνάμε ότι ο καθένας από τη θέση που είναι κρίνει τα πράγματα. Δηλαδή αν ήμουν εγώ τεχνικός διευθυντής στη Λίβερπουλ και ο άλλος ήταν σκάουτερ, μπορεί να είχα και εγώ την ίδια άποψη, την ίδια οπτική γωνία. Αν αλλάξω οπτική γωνία και γίνω σκάουτερ, θα το δω αλλιώς. Αξιολογούμε τα πράγματα με βάση το ποιος μας αδίκησε».

– Παρακολούθησες αυτά που έγιναν στο ΝΒΑ και τις ομάδες που αρνήθηκαν να αγωνιστούν. Είναι ο αθλητισμός μια πλατφόρμα για ενισχύσει τη φωνή των αδικημένων;

«Καλό είναι να συμβαίνει, είναι ωραίο να ακούγονται φωνές και να αντιστέκονται, αλλά από την άλλη νομίζω χρειάζεται να πάει λίγο παραπέρα. Δηλαδή τα «Freedom to Palestine» ή αυτά που έγιναν στην Αμερική από ένα ΝΒΑ ή από τον δικό μου τον καναπέ, είναι και λίγο υποκριτικό. Γίνεται της μόδας και το χάνουμε λίγο. Φυσικά ,για να το κρίνουμε πιο ρεαλιστικά, είναι ωραία η αντίσταση σε μια αδικία οπουδήποτε στον πλανήτη. Κι αν έχεις τη δύναμη να κάνεις κάτι γι’ αυτό, κάν’ το, μαζί σου. Όμως μου είναι εύκολο να φορέσω ένα μπλουζάκι, να μην κατέβω σε ένα παιχνίδι. Δεν ξέρω πόσο σε ξεβολεύει αυτό. Ο καθένας φυσικά κάνει ό,τι μπορεί και μιλάω και για τον εαυτό μου, δεν είναι ότι εγώ είμαι μαχόμενος στους δρόμους. Επιλέγεις ποιες μάχες θέλεις και μπορείς να δώσεις».

– Μπορεί μέσω του αθλητισμού και της επίδρασης που έχει να γίνει το βήμα παραπέρα;

«Σαφέστατα. Δεν είναι ο αθλητισμός, είναι η κοινωνία γενικότερα, οι συνασπισμοί. Είμαστε ένας, γινόμαστε τρεις, οι τρεις δέκα, οι δέκα εκατό. Στους 100 έχεις δύναμη. Δεν έχει να κάνει μόνο με τον αθλητισμό, όμως σαφέστατα ο αθλητισμός είναι μέρος αυτού».
Αν βγει μπροστά όμως ένας ποδοσφαιριστής θα τον ακούσουν πολλοί περισσότεροι…
«Είναι ένας βασικός ρόλος που διαδραματίζει οποιοσδήποτε έχει να κάνει με κόσμο, με παιδιά, με είδωλα. Από την άλλη υπάρχει η σκληρή πραγματικότητα, ότι εδώ μιλάμε για νούμερα. Για να πετύχεις πρέπει να βγουν τα νούμερα και οι αριθμοί».

– Οπότε όλα γίνονται σε αυτό το πλαίσιο; Πάντα με τους αριθμούς υπόψη;

«Δεν μπορώ να είμαι σίγουρος. Θα στο πάω λίγο διαφορετικά, στο δικό μου το κομμάτι είμαστε για παράδειγμα 100 προπονητές UEFA Pro που θα μπορούσαμε να είμαστε πιο δυνατοί ως σύνδεσμος. Αυτή τη στιγμή οι 14 προπονητές Σούπερ Λιγκ μπορούν να κάνουν ένα φόρουμ και να συμφωνήσουν σε πέντε πράγματα. Να πούμε, για παράδειγμα, θα μιλάμε για τη διαιτησία; Θα ικανοποιήσουμε τον εργοδότη μας, αλλά μακροπρόθεσμα πώς θα ωφεληθούμε; Σήμερα θα αδικηθώ εγώ, αύριο εσύ. Μήπως πρέπει να μιλάμε μόνο για ποδόσφαιρο και πράγματα που μπορούμε να επηρεάσουν; Μπορούν έτσι να γίνουν πράγματα. Σαφέστατα και μπορούν και είναι σαν ντόμινο, αν ανάψει η σπίθα. Όλες οι επαναστάσεις έτσι έχουν ξεκινήσει. Φυσικά δεν εννοώ του τύπου να πάρω ένα καδρόνι και να σπάσω μια τράπεζα. Σπίθα. Έτσι δεν γέμισε το Σύνταγμα πριν μερικά χρόνια; Αν μπορείς να επηρεάσεις θετικά τουλάχιστον τους κοντινούς σου ανθρώπους, κάτι μπορεί να γίνει».

– Είχα διαβάσει ένα χαρακτηριστικό ρεπορτάζ από τοπικό μέσο που στεκόταν στο πώς λειτουργείς ως πατρική φιγούρα για τους νεότερους παίκτες του ΟΦΗ. Πώς είναι η προσέγγισή σου;

«Η προσέγγιση αυτή δεν αφορά μόνο εμένα, αλλά και τον προπονητή Γιώργο Σίμο και όλο το επιτελείο. Να είσαι ο εαυτός σου. Αυτό είναι κρίσιμο. Ήμουν και στις άλλες ομάδες, αλλά εδώ βρήκα περισσότερο έδαφος και από τον προπονητή και από το υπόλοιπο τιμ και από τη διοίκηση. Αν είμαστε ο εαυτός μας θα βρούμε άκρη. Χωρίς δεύτερες σκέψεις. Φυσικά, επειδή κάνεις και management, θα επιλέξεις τι θα πεις και πώς θα το πεις, αλλά είσαι μέρος μιας ηγεσίας, ενός γκρουπ. Χωρίς να λες ψέματα, χωρίς δεύτερες σκέψεις».

– Ποιες είναι οι αρχές με τις οποίες πορεύεσαι στην ομάδα και στο ποδόσφαιρο γενικά;

«Σεβασμός, ευγένεια, ομαδικό πνεύμα και ανάληψη ευθύνης. Ο καθένας έχει έναν ρόλο να επιτελέσει, υπάρχει μια αμοιβαία δέσμευση. Το αν θα κάνεις κάτι και το πόσο καλά θα το κάνεις εξαρτάται από τα προσόντα σου, αλλά οφείλεις να προσπαθήσεις. Εμείς πέρυσι ήμασταν ένα γκρουπ μικτό, με παλιούς και νέους, αλλά μέσα στη χρονιά δεν διαχειριστήκαμε ούτε μια κρίση και υπήρχαν στιγμές που θα μπορούσαν να γίνουν διάφορα. Τα πράγματα είχαν μια ροή, αλλά βασίστηκαν σε αυτές τις απλές αρχές. Είχαμε εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον. Eίναι πολύ κρίσιμο για ένα ελληνικό σωματείο. Δεν έχεις παραθυράκια και μικρές πόρτες. Όπου πας, είναι μπετόν. Πας στον προπονητή σου λέει κάτι, ο βοηθός το ίδιο, ο τεχνικός διευθυντής. Δεν υπάρχουν ρήγματα. Αυτό έγινε και πολύ γρήγορα, βοήθησαν βέβαια και τα αποτελέσματα. Για να πείσεις έναν ποδοσφαιριστή ότι είναι σωστή η διαδικασία πρέπει να βοηθήσουν κι αυτά, γιατί κάποια στιγμή μπορεί να έρθει η αμφιβολία. Σε εμάς έγιναν γρήγορα κι έτσι κερδίσαμε χρόνο και έγινε και η δουλειά μας πιο εύκολη, γιατί καλώς ή κακώς μιλάμε για ποδόσφαιρο και όλοι κρινόμαστε στο τέλος της ημέρας».

Έχεις βιώσει το ποδόσφαιρο από πάρα πολλές θέσεις. Μπορείς, λοιπόν, να το δεις σφαιρικά. Σε ανησυχεί το πώς εξελίσσεται; Χάνει τη σύνδεσή του με την κοινωνία;
«Πάντα θα έχει σύνδεση με την κοινωνία. Ποδόσφαιρο δεν είναι μόνο το Champions League. Πριν τέσσερα χρόνια ήμουν στην Αργεντινή και το Μπουένος Άιρες έχει τόσες ομάδες στην πρώτη κατηγορία πέραν της Ρίβερ και της Μπόκα, που όταν πας στα γήπεδα καταλαβαίνεις τι γίνεται. Κάθε χωριό, παντού, έχει την ομάδα του και ο ποδοσφαιρικός αγώνας αποτελεί και ένα πολιτιστικό γεγονός. Αυτό λέγαμε και εμείς στην Κρήτη και το κοινωνούσε και ο Γιώργος Σίμος. Θέλουμε το ποδόσφαιρο να είναι πολιτιστικό γεγονός και να διατηρεί αυτή τη σύνδεση με την κοινωνία. Δεν πάμε στο γήπεδο μόνο για να κερδίσουμε. Είναι και οι συνθήκες έτσι. Η διοίκηση και όλος ο κόσμος το βλέπουν ως μέρος της κοινωνίας. Ο ΟΦΗ είναι ομάδα της Κρήτης, παρότι εδρεύει στο Ηράκλειο. Έχει σύνδεση με την κοινωνία που πρεσβεύει, όπως και κάθε σύλλογος. Καμιά ομάδα δεν είναι αποκομμένοι. Οι δεσμοί υπάρχουν.

Βέβαια, επειδή αλλάζουν οι γενιές, είναι πιο εύκολο πλέον να ξεχαστούν κάπως η παράδοση και οι ρίζες. Όμως υπάρχουν. Για να απαντήσω στο ερώτημά σου, σαφέστατα υπάρχει μια σκληρή βιομηχανία πίσω από αυτό. Η ΟΥΕΦΑ τι είναι; Μια τράπεζα. Υπάρχει η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη και οι ομάδες που κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση. Καλώς το κάνουν, όσο μπορεί ο καθένας, όμως τα πράγματα είναι στη λογική της χορηγίας, φέρνω τα λεφτά, να δώσω τα λεφτά. Σε ένα καπιταλιστικό σύστημα, όμως, ας επιλέγουμε τουλάχιστον βάσει των αναγκών μας. Είναι χρήσιμο, μαγικό. Το ποδόσφαιρο, επειδή έχει μεγάλο αντίκτυπο στην κοινωνία, θα μπορούσε να κάνει περισσότερα. Η κάθε ομάδα πλέον έχει οπαδούς και πελάτες. Πρέπει να υπάρχει ένα πάντρεμα που θα ικανοποιήσει τον πελάτη και τον οπαδό. Κάποιες φορές το βρίσκουν, κάποιες το χάνουν. Όμως αυτή η σύνδεση δεν θα αποκοπεί ποτέ».

koutipandoras.gr