Ποδόσφαιρο

Ηλίας Κώτσιος: “Ο ΟΦΗ, ο Ευγένιος Γκέραρντ, το παιχνίδι με τον ΠΑΣ και ο Νίκος Νιόπλιας”

6/6, 15:49 - Eπιμέλεια: Gentikoule.gr

Ο Ηλίας Κώτσιος περιγράφει την ζωή του στο ποδόσφαιρο, από μικρό παιδί όταν ήρθε στον ΟΦΗ μέχρι και τα 40 του χρόνια που κρέμασε την φανέλα του με τα “ασπρόμαυρα”.

Μέσω του athletestories.gr, ο παλαίμαχος άσος του ΟΦΗ με τον οποίο είναι από τους ελάχιστους ποδοσφαιριστές που φόρεσαν την φανέλα του και στις τρεις εθνικές κατηγορίες, από την Α’ Εθνική μέχρι την Β’ και Γ’ Εθνική ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής του στο ποδόσφαιρο.

Αναλυτικά όσα περιγράφει ο ίδιος:

Είκοσι χρόνια ποδοσφαιριστής, από το ξεκίνημά μου και τον Ίκαρο Νεάπολης έως τον ΟΦΗ και την απόσυρσή μου, με διαμόρφωσαν ως άνθρωπο αλλά και ως οικογενειάρχη.

Ήταν το επάγγελμά μου, συνεχίζει να είναι και νομίζω ότι μαζί με τις αρχές που πήρα από το σπίτι μου είναι αυτά που έπλασαν τον χαρακτήρα μου. Είναι πολύ σημαντικό για εμένα το γεγονός ότι κράτησα ό,τι μου έδωσε η οικογένειά μου και είμαι υπερήφανος γι’ αυτό. Δεν κορόιδεψα ποτέ κανέναν κι έμαθα να δουλεύω ασταμάτητα, γιατί όποιος δουλεύει αμείβεται.

Τα περισσότερα που έχω κέρδισα από το άθλημα, είτε ως παίκτης είτε ως προπονητής, καθώς είναι διαφορετικά αυτά που παίρνεις από τον κάθε ρόλο, θα έλεγα ότι τα οφείλω στην γνωριμία μου με αξιόλογους ανθρώπους. Έζησα πολύ καλές στιγμές, έμαθα να αντιμετωπίζω τις δύσκολες αλλά και χαρακτήρες, ενώ γνώρισα και την αρετή της υπομονής. Τη δούλεψα μέσα μου και με βοήθησε να πάω μπροστά. Βέβαια, στην οικογένεια δεν μπορείς να την εφαρμόσεις και πολύ εύκολα, στη δουλειά όμως είναι μεγάλο πλεονέκτημα.

Μεγάλο σχολείο για μένα ήταν στα 18 μου η μετακίνησή μου από την πόλη μου, τη Λάρισα, στην Κρήτη για τον ΟΦΗ. Δεν ήταν κάτι εύκολο, καθώς αφενός ήμουν μόνος μου, δεν υπήρχαν κινητά και η απόσταση ήταν μεγάλη, αφετέρου πήγα απ’ το τοπικό σε μία ομάδα που έβγαινε Ευρώπη. Έπρεπε λοιπόν να μάθω να διαχειρίζομαι τις προσωπικότητες που υπήρχαν στην ομάδα, να αλλάξει ο χαρακτήρας μου, να γίνω λίγο πιο κοινωνικός, να δέχομαι πράγματα, να βλέπω, να αφομοιώνω και να δουλεύω.

Λένε ότι το ποδόσφαιρο είναι δέκα λύπες και μια χαρά, αλλά δεν είναι έτσι ακριβώς, απλώς η λύπη σού μένει λίγο παραπάνω.

Εγώ, για παράδειγμα, δόξα τω Θεώ, έπαιξα σε μεγάλες και καλές ομάδες, επαρχιακές αλλά και τον Παναθηναϊκό, με τον οποίον είχαμε πολλές νίκες και χαρές, δυστυχώς όμως, όταν υπάρχει μια λύπη, αυτή σε χτυπάει, σε επηρεάζει και σου μένει πιο πολύ. Εκεί παίζει ρόλο βέβαια και ο χαρακτήρας του ανθρώπου, πώς θα καταφέρει να τη διώξει.

Οι λύπες να φεύγουν γρήγορα από μπροστά σου και να μένεις στις χαρές, μόνο έτσι μπορείς να προχωρήσεις στο ποδόσφαιρο, διαφορετικά δεν έχεις τύχη.

Τα συναισθήματά μου άλλαζαν πάρα πολύ μέσα σε μια-δυο μέρες. Από μια τεράστια επιτυχία, από εκεί που νιώθεις ότι πετάς στον ουρανό, επευφημεί ο κόσμος, φωνάζει ένα γήπεδο το όνομά σου, μετά από δυο τρεις μέρες οι ίδιοι άνθρωποι μπορεί να σε βρίζουν, οπότε και τα συναισθήματα σου αμέσως αλλάζουν.

Το ποδόσφαιρο δηλαδή αποτελεί ένα τρανό παράδειγμα εναλλαγής έντονων συναισθημάτων σε σύντομο χρονικό διάστημα και αυτό που έχεις να κάνεις είναι να προσπαθήσεις να τα μετριάσεις και τα πόδια σου να πατούν στη γη, όσο μπορείς.

Άνθρωποι του ποδοσφαίρου

Είχα καλούς προπονητές στην καριέρα μου και αυτό ήταν κάτι εκπληκτικό για μένα. Πρώτος ο «Ολλανδός», ο αείμνηστος Ευγένιος Γκέραρντ, ο μίστερ ήταν μια προσωπικότητα μεγάλη, ένας άνθρωπος πολύ μπροστά από την εποχή του, στις προπονήσεις, στο πώς συμπεριφερόταν, είχε την ομάδα πολύ μπροστά και αυτό το διαπιστώνω και τώρα. Τον ξεχωρίζω λοιπόν στο Νο.1. Στον Παναθηναϊκό ο Ιταλός Αλμπέρτο Μαλεζάνι ήξερε από τακτική και με βοήθησε πολύ και σε αυτό το κομμάτι. Βέβαια, είχα και άλλους καλούς προπονητές, όπως ο Μαρίνος Ουζουνίδης, ο οποίος έχει κάνει καριέρα, ο Γιώργος Δώνης, και αυτός με μεγάλη πορεία, ο Μάντζιος, από τον οποίον επίσης έπαιρνα πολύ καλά στοιχεία. Έμαθα απ’ όλους, γιατί είναι όλοι άνθρωποι του ποδοσφαίρου.

Τον Νίκο Νιόπλια τον είχα και συμπαίκτη, ήμασταν στο ίδιο δωμάτιο, και προπονητή, ήμουν και συνεργάτης του στις ομάδες, μεγάλη ποδοσφαιρική μορφή. Ερχόμενος 19 ετών, είδα έναν συμπαίκτη 10-11 χρόνια μεγαλύτερο από εμένα να δουλεύει τόσο πολύ, να μην έχει ποτέ ρεπό, να είναι επαγγελματίας, να δίνει κάθε μέρα πραγματικά το 100%. Ένας άνθρωπος με τον οποίον ταίριαζα πάρα πολύ, έχει απίστευτες γνώσεις, τον άκουγα, είχαμε έρθει και σε σύγκρουση πολλές φορές, αλλά τον έβλεπα και τον θαύμαζα.

Σταμάτησα την ποδοσφαιρική μου καριέρα 40 χρόνων και δεν είχα στο μυαλό μου να γίνω προπονητής. Επειδή έβλεπα τι περνούσαν οι προπονητές, ήταν δύσκολο να το διαχειριστώ. Όταν μπήκα όμως, είδα μεν πόσο δύσκολο είναι αλλά και πόσο ωραίο, βλέποντας το έργο σου να βγαίνει.

Ως παίκτης δεν είπα ποτέ «εάν γίνω προπονητής, δεν θα κάνω ποτέ αυτό που κάνει τώρα ο προπονητής». Το μόνο που με ενοχλούσε ήταν η δημόσια συμπεριφορά προπονητών εναντίον παικτών, αυτό δεν ήθελα να το νιώσω και δεν θα το έκανα ποτέ ως προπονητής.

Αναμνήσεις

Στη πορεία μου δούλεψα και με καλούς Προέδρους, ξεκινώντας από τον ΟΦΗ και τον αείμνηστο Βαρδή Βαρδινογιάννη ουσιαστικά από πίσω. Στον Παναθηναϊκό μιλούσα απευθείας με τον κύριο Γιάννη Βαρδινογιάννη, δεν είχα μάνατζερ, ένας άνθρωπος πραγματικά εξαιρετικός, με βοήθησε και δεν έχω κανένα παράπονο. Αυτός όμως που θα έλεγα ότι υπήρξε ο πιο καλός άνθρωπος για εμένα είναι ο συγχωρεμένος ο Γιώργος Χριστοβασίλης του ΠΑΣ Γιάννινα, ένας ευγενέστατος δίμετρος άνθρωπος, με τον οποίον δεν είχαμε ποτέ πρόβλημα. Η πιο “μπαλαδόφατσα” είναι ο κύριος Γιάννης Κομπότης, ο οποίος σε μια μικρή πόλη με μια μικρή ομάδα τόσα χρόνια αποδεικνύεται πανέξυπνος!

Αυτό που με απογοήτευσε πάρα πολύ στην καριέρα μου είναι το ότι κάποιοι άνθρωποι εκμεταλλεύτηκαν καταστάσεις για να μου ρίξουν ευθύνες που δεν μου αναλογούσαν -αναφέρομαι στα γεγονότα του αγώνα ΟΦΗ με ΠΑΣ Γιάννινα. Ήταν μια βεντέτα, με αποκορύφωμα τις αναμετρήσεις των δύο ομάδων τη σεζόν 2010-2011 για τη Β’ Εθνική. Δεν είχα καμία σχέση με όλα αυτά τα επεισόδια και βρέθηκα στο επίκεντρο δύο κόσμων, δύο συλλόγων, των οποίων οι φίλαθλοι μάλωναν και ήμουν εγώ στη μέση. Στο Γεντί Κουλέ ίσως κάποιοι να έψαχναν για εξιλαστήρια θύματα, αρκετοί δημοσιογράφοι από την Κρήτη ίσως να προώθησαν και λίγο το θέμα, βρήκαν αυτήν την ευκαιρία να οδηγήσουν κάπου, κάποιοι άνθρωποι δεν με στήριξαν όσο θα έπρεπε, αν και ήξεραν την αλήθεια, και δυστυχώς εγώ και η οικογένειά μου βρεθήκαμε στο επίκεντρο, χωρίς να φταίω.

Δέχτηκα τα περισσότερα πυρά, ήταν πάρα πολύ άδικο για εμένα, αλλά το αντιμετώπισα, το κράτησα μέσα μου, δούλεψα με τον εαυτό μου, το ξεπέρασα και βγήκα πιο δυνατός.

Φυσικά, έχω και εξαιρετικές αναμνήσεις, ειδικά από τα παιχνίδια του Champions League, αξέχαστα πραγματικά. Το 2005 με τον Παναθηναϊκό στο Camp Nou με αντίπαλο την Μπαρτσελόνα, ήθελα τη φανέλα του Ροναλντίνιο, γιατί τον θαύμαζα πολύ, αλλά τελικά πήρα του Μέσι, ο οποίος τότε ξεκινούσε, ήταν μικρός, δεν ήταν το μεγάλο αστέρι, αλλά βέβαια φαινόταν ότι θα εξελιχθεί. Και ήταν πολύ σημαντικό για εμένα, παρότι δεν ήξερα πραγματικά ποια φανέλα έπαιρνα και τι θα σημαίνει αυτή μετά από τόσα χρόνια. Μεγάλη στιγμή η συμμετοχή μου και στο τελευταίο παιχνίδι μέσα στο Highbury με την Άρσεναλ, το 1-1.

Αλλά αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ είναι το πώς πήγα στον ΟΦΗ 19 ετών και πώς έπαιξα

Στην περίοδο προετοιμασίας κάνουμε προπόνηση και κάποια στιγμή ένας συμπαίκτης μου με μάρκαρε πολύ δυνατά (ήμουν αριστερό μπακ). Στην επόμενη φάση εγώ ήμουν δυο-τρεις φορές πιο δυνατός. Εκείνος ήταν βασικός κι εγώ ήμουν μεταγραφή. Αυτό του μίστερ ήταν κάτι που του άρεσε και παραξενεύτηκε πώς ένα νέο παιδί είχε τέτοιο θράσος να κοντραριστεί με παίκτες βασικούς, οπότε μου λέει «ω Ηλίας, μπράβο!». Και ξαφνικά βρέθηκα βασικός σε ένα παιχνίδι με την Ουτρέχτη. Αλλά ως στόπερ, γιατί ο Ολλανδός έβλεπε μπροστά, ήμουν αριστεροπόδαρος στόπερ και από εκείνη την στιγμή έπαιξα βασικός. Τη σεζόν 1999-2000 την τελευταία αγωνιστική παίξαμε με την ΑΕΚ στο Γεντί Κουλέ, χάσαμε και βγήκαμε τέταρτοι, ήταν μια χρονιά απίστευτη.

Το περιστατικό λοιπόν σε εκείνη την προπόνηση με στιγμάτισε, με έκανε να καταλάβω το πιο σημαντικό, ότι πρέπει να μη φοβάσαι και πάντα να διεκδικείς πράγματα, ακόμα και στη προπόνηση.

Κι όσον αφορά στον πιο δύσκολο επιθετικό που αντιμετώπισα ως αμυντικός, όποτε με ρωτούσαν σχετικά, πάντα έλεγα τον Κριστόφ Βαζέχα. Έχουμε ακόμη σχέσεις, μάλιστα μένουμε και κοντά στην Αθήνα, Βριλήσσια εκείνος, Μελίσσια εγώ. Ήρθε άσημος στην Ελλάδα, αλλά έκανε μια σπουδαία καριέρα στον Παναθηναϊκό. Ένας ποδοσφαιριστής με απίστευτη επιτυχία, απίστευτα γκολ, μεγάλη μορφή, μεγάλος σκόρερ, ήταν ο πιο κινητικός, δεν ήξερες πότε θα σουτάρει, πότε θα ντριμπλάρει. Όταν πήγα στον Παναθηναϊκό και τον γνώρισα, γιατί έπαιζε ακόμη στην ηλικία των 38, έβλεπα έναν άνθρωπο απόλυτα επαγγελματία. Ακόμα και σε εκείνη την ηλικία, ο σεβασμός που έδινε και έπαιρνε ήταν πάρα πολύ μεγάλος, ενώ ταυτόχρονα ήταν και πολύ προσιτός. Απίστευτος μέσα κι έξω από το γήπεδο ο Χρήστος.

Περί προπονητικής

Όταν σταμάτησα το ποδόσφαιρο, έγινα Τεχνικός Διευθυντής στον ΟΦΗ, μια πάρα πολύ δύσκολη και απαιτητική χρονιά, δεν υπήρχε τίποτα, μια χρονιά με πάρα πολλά προβλήματα. Ήταν στην αλλαγή προεδρίας, είχε έρθει ο κύριος Τσάλος. Εάν δεν ήμουν στον ΟΦΗ σε αυτό το πόστο, θα συνέχιζα να παίζω ποδόσφαιρο. Σε όλη την καριέρα μου έχω αλλάξει ομάδες, Γιάννινα, Μυτιλήνη, Λειβαδιά, Αθήνα, Λάρισα. Όταν βρέθηκα στην Κρήτη 40 ετών και έμαθα ότι δεν θα μείνω στον ΟΦΗ, έψαξα να βρω εάν υπάρχει επόμενη ημέρα και μου δόθηκε η ευκαιρία ως Τεχνικός Διευθυντής στην ομάδα, παρά το γεγονός ότι είχα προτάσεις από την Αθήνα ως ποδοσφαιριστής. Στη συνέχεια πήγα σε προπονητικά πόστα άλλων ομάδων της Αθήνας, μου μπήκε το μικρόβιο κι άρχισα να βγάζω τα διπλώματα.

Εφόσον είχα ζήσει όλη μου τη ζωή στο ποδόσφαιρο, οι δρόμοι ήταν δύο, είτε θα γινόμουν διοικητικός είτε θα γινόμουν προπονητής. Το διοικητικό κομμάτι δεν μου ταιριάζει, οπότε επέλεξα να γίνω προπονητής, ώστε να κάνω αυτό που αγαπάω, να διαβάζω, να εξελίσσομαι, να προπονώ και να φτιάχνω ομάδες που θα προσπαθούν να παίζουν καλό ποδόσφαιρο.

Η προπονητική έχει πολλή δουλειά, ασταμάτητη, από το πρωί μέχρι το βράδυ, ειδικά νοητική, γιατί δεν σταματάς να σκέφτεσαι… την προπόνηση, τους αντιπάλους, τους παίκτες σου, πώς να είναι σε καλή κατάσταση, γιατί ο ένας είναι στενοχωρημένος κι ο άλλος δεν μπορεί να τρέξει, να σκέφτεσαι τον σχηματισμό, πώς θα κερδίσεις την Κυριακή, τι θα γίνει, αν δεν κερδίσεις, κτλ. Είναι πολύ σημαντικό λοιπόν να υπάρχουν καλοί συνεργάτες, οι οποίοι θα απορροφούν μερικά πράγματα, ώστε κάπως να ηρεμεί ο προπονητής, γιατί κάποια στιγμή έρχεται σε σημείο να πει «έφτασα στα όριά μου» ή «ξεπέρασα το όριά μου». Μάλιστα, η δουλειά είναι ακόμα πιο δύσκολη, εάν είσαι σε ομάδα πρωταθλητισμού, καθώς εκεί το μέλλον σου είναι αβέβαιο και κάθε εβδομάδα μπορεί να είναι η τελευταία σου.

Προσπαθώ να πάρω πολλά στοιχεία από τους προπονητές που με κοουτσάρισαν, ειδικά σε θέματα συμπεριφοράς και διαχείρισης προσώπων, πώς θυμάσαι μερικά πράγματα που πήγαν καλά, πώς σου συμπεριφέρθηκαν οι προπονητές. Αλλά πρέπει και να διαβάζεις, γιατί το ποδόσφαιρο εξελίσσεται και οι τάσεις αλλάζουν, ενώ σίγουρα στο παιχνίδι σου πρέπει να βάλεις και κομμάτια από την προσωπικότητά σου.

Η πρώτη ομάδα που προπόνησα ήταν ο Κένταυρος Βριλησσίων, δούλεψα και στη Λάμια με τον κύριο Τεννέ στην Α’ Εθνική, στην ΑΕΛ με τον Κώστα Φραντζέσκο, στον Καραϊσκάκη Άρτας στη Β’ Εθνική και κατέληξα με τον Νίκο Νιόπλια στον Λεβαδειακό. Ήμουν σε καλές ομάδες, ομάδες πρωταθλητισμού, σημαντικό για εμένα, γιατί είναι άλλο πράγμα να συνεργάζεσαι, να σε εμπιστεύεται κάποιος και να βοηθάς πολύ στην επίτευξη ενός έργου του προπονητή, γιατί σίγουρα αυτός που παίρνει τα εύσημα είναι ο προπονητής.

Βρισκόμουν στον Ορέστη Ορεστιάδας, έφυγα εκείνον τον Δεκέμβριο και δέχτηκα τηλεφώνημα. Είχα να επιλέξω ανάμεσα σε δύο ομάδες, την Αλεξανδρούπολη, η οποία ήταν Γ’ εθνική και στην οποία ήξεραν πώς δουλεύω, και στον Εργοτέλη, να γυρίσω δηλαδή στην Κρήτη, σε πιο χαμηλή κατηγορία, για μια ομάδα που την ήξερα, είχε βαρύ όνομα και έκανε “restart”.

Αλλά και μια ομάδα που εμένα με γέμιζε, γιατί ήξερα ότι έχει βάρος στη φανέλα, οπότε ήθελα να κάνω πράγματα εκεί. Πήγα λοιπόν στον Εργοτέλη και μάλιστα γρήγορα.

Αυτό που προσπάθησα εξαρχής να εμφυσήσω σε όλους ήταν ότι ο Εργοτέλης είναι πολύ μεγάλος για να βρίσκεται σε μια τέτοια κατηγορία και έπρεπε γρήγορα να δουλέψουμε, ώστε να φύγει από εκεί. Και στην προπόνηση κάθε μέρα έλεγα ότι παίζουμε σε μια από τις πιο ιστορικές ομάδες της Κρήτης, η οποία έχει δώσει πράγματα στο ελληνικό ποδόσφαιρο και με την παρουσία της στην Α’ Εθνική για αρκετά χρόνια.

Ήμουν στο γήπεδο πάρα πολλές ώρες, πέντε-έξι ώρες, να παρακολουθώ τις ακαδημίες τον Εργοτέλη Β’, να δουλεύω με τους συνεργάτες μου για το πώς θα κερδίσει αυτή η ομάδα. Την πρώτη χρονιά, παρότι είχαμε μια εκπληκτική πορεία και νίκες ακόμα και απέναντι σε ομάδες Γ’ Εθνικής, δεν τα καταφέραμε, αλλά ήξερα ότι η ομάδα θα πάει μπροστά, ήμουν σίγουρος. Το καταφέραμε λοιπόν την επόμενη χρονιά και μάλιστα πολύ εύκολα, θα έλεγα.

Αυτό που με εξίταρε ήταν ότι ως “όνομα”, ως “φανέλα” η ομάδα έπρεπε να παίζει επιθετικά, δεν περνούσε από το μυαλό μου ότι μπορούσα να πάρω παιχνίδι με αμυντική τακτική. Ήταν ο Εργοτέλης, έπρεπε να αποδείξουμε πράγματα. Οπότε όλο αυτό με έκανε καλύτερο προπονητή, με έκανε να σκέφτομαι πολύ, αποτελώντας ένα μεγάλο σχολείο για μένα.

Υπάρχουν βέβαια και οι άτυχες στιγμές, όπως η επίθεσή μου στον παίκτη του Εργοτέλη στο παιχνίδι με την Χερσόνησο τον Δεκέμβριο του 2025. Είμαι συναισθηματικός και τα συναισθήματά μου τα βγάζω. Επίσης ένας άνθρωπος δεν μπορεί να φτάσει σε αυτό το σημείο, εάν δεν έχει προηγηθεί κάτι.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δικαιολογείται η πράξη, αυτό όμως που με πείραξε, και το αναφέρω για πρώτη φορά, είναι ότι έγιναν κι άλλα πράγματα, αλλά έβγαλαν ένα και μόνο, το οποίο πήρε διαστάσεις. Στοχοποίησαν κάποιον, επειδή είναι ο Ηλίας Κώτσιος. Και στοχοποιήθηκα δυστυχώς από συγκεκριμένα άτομα, γιατί αυτή η φάση “κόπηκε” από προσωπική κάμερα, δεν ήταν από κάμερα μετάδοσης.

Έχω ζήσει πράγματα, είμαι πολύ δυνατός, μπορώ να αντέξω τα πάντα. Αναμφισβήτητα δεν μπορούμε να δικαιολογήσουμε τέτοιες ενέργειες όπως η εμπλοκή μου, ξέρω όμως ότι ήταν μια κακή στιγμή, από αυτές που μπορούν να συμβούν στο ποδόσφαιρο αλλά και τη ζωή. Το δέχτηκα, το δέχτηκε και η ομάδα μου, συνεχίσαμε, με στήριξαν πάρα πολλοί άνθρωποι, η οικογένειά μου, οι παίκτες μου, η διοίκηση, και μετά από αυτό μείναμε αήττητοι!

Δεν μπορώ να σκεφτώ τον εαυτό μου χωρίς το ποδόσφαιρο, όλα γυρίζουν γύρω από αυτό, από τότε που γεννήθηκα. Και γεννήθηκα σε μια πόλη στην οποία το πρώτο άθλημα είναι το ποδόσφαιρο. Από τότε που όλοι θέλαμε να παίξουμε στην ΑΕΛ, θυμάμαι τον εαυτό μου με κάλτσες να παίζει μπάλα με ντενεκεδάκια στο σχολείο τις ωραίες εποχές.

Η ζωή μου είναι η μπάλα, ζω απ’ το ποδόσφαιρο, ζω για το ποδόσφαιρο, προσπαθώ να δω, να μάθω πράγματα, να διαβάσω βιβλία, να παρακολουθήσω σεμινάρια, να δω προπονητές, μου προσφέρει πολλά.

Άρα μιλάμε για ζωή, για την οποία όμως δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι έχει κι άλλες χαρές. Μου αρέσει πχ να διασκεδάζω με τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου, δεν κάνω τρέλες, η διασκέδασή μου είναι να μαζευτεί η παρέα στο σπίτι μου, να πάω μια εκδρομή, μου αρέσουν οι μικρές χαρές και οι πιο “οικογενειακές“.

Το όνειρό μου, ο στόχος μου είναι να προπονήσω στο μέλλον ομάδα Super League.

Πρέπει να έχουμε στόχους, από μικρό παιδί έβαζα και προσπαθούσα να τους φτάνω σιγά-σιγά ή και γρήγορα. Διαφορετικά, εάν αφήσεις τα πράγματα στην τύχη τους, δεν θα φτάσεις κάπου ψηλά, θα είναι κάτι μέτριο. Κι εγώ θα τα καταφέρω 100%.

Ακολουθήστε το Gentikoule στο Google News και στο Facebook

Σχετικά Άρθρα

Περισσότερα Video

Developed by