Σε μια εκ βαθέων κατάθεση ψυχής, ο Νίκι Παπαβασιλείου μίλησε στο Gentikoule κάνοντας όλη την αναδρομή της πορείας του στον ΟΦΗ, από μικρό παιδί, την μεταγραφή στη Νιουκάστλ, την επιστροφή του στο Ηράκλειο ως προπονητής αλλά και για την τωρινή εποχή του συλλόγου.
Ήρθε στον ΟΦΗ, μικρό παιδί, 18 χρονών, το μακρινό 1988 και έγραψε ιστορία αφού πέντε χρόνια μετά έφυγε από το Ηράκλειο και έγινε ο πρώτος Έλληνας/Κύπριος ποδοσφαιριστής που πήρε μεταγραφή για την λαμπερή Premier League όπου και αγωνίστηκε στη Νιουκάστλ.
Μέσω του ΟΦΗ έζησε το όνειρο ενός εκ των κορυφαίων πρωταθλημάτων του κόσμου, εκεί όπου συνεργάστηκε με τον Κέβιν Κίγκαν και παράλληλα έζησε στιγμές που το 1993 δεν είχαν ζήσει σχεδόν καθόλου Έλληνες ποδοσφαιριστές. Ο ίδιος έγινε Κρητικός, Ηρακλειώτης και οπαδός του ΟΦΗ. Στα 56 του χρόνια πλέον, ο Νίκι Παπαβασιλείου μιλάει στο Gentikoule σε μια κατάθεση ψυχής ανοίγοντας την καρδιά του μιλώντας για πράγματα που δεν είχε μιλήσει ποτέ ξανά.
Για την εμπειρία στην Τσεχία…
“Μετά από έξι χρόνια στην Αίγυπτο, είχα την πρόταση να πάω, ήμουν στην Σλόβαν Μπρατισλάβας και την εμπειρία, που είναι ίδια νοοτροπία σε Τσεχία, Σλοβακία. Δεν είχα στο μυαλό μου να δουλέψω εκεί, πήγα σε μια ιστορική ομάδα με πολλές εγκαταστάσεις, ωραίο γήπεδο όμως συνάντησα πολλά προβλήματα που δεν τα γνώριζα. Παρότι μου είχαν πει στην συνάντηση για το project, την φιλοσοφία που υπήρχε για τα επόμενα χρόνια έχοντας ως στόχο την άνοδο στην Α’ κατηγορία και την ανάδειξη νέων παικτών, ένα κομμάτι που μου ταιριάζει. Όμως όταν μπήκα στην ομάδα, είδα πολλά προβλήματα γιατί η ιδιοκτήτρια ήταν από τη Νιγηρία και ο κόσμος στην Τσεχία δεν την αποδέχθηκε. Εκτός από το ότι δεν υπήρχαν βασικοί κανόνες από την λειτουργία του συλλόγου, ήταν οι Τσέχοι ποδοσφαιριστές και οι ξένοι με αποτέλεσμα να υπάρχουν δύο διαφορετικές νοοτροπίες. Οι Τσέχοι ποδοσφαιριστές ήταν απόλυτα επαγγελματίες, 100% και οι ξένοι το αντίθετο. Άρα έπρεπε ν’ αλλάξω την καθημερινότητα και συνέβη. Αμέσως ήρθε η επιτυχία και παρότι ήμασταν σε δύσκολη βαθμολογική κατάσταση, καταφέραμε να πετύχουμε την παραμονή. Όμως η πόλη δημιούργησε πολλά προβλήματα στον σύλλογο, όπως το γήπεδο που δεν ανήκε στην ομάδα με αποτέλεσμα να της απαγορευτεί να κάνει προπονήσεις. Ο πρώτος μήνας ήταν εντάξει όμως οι επόμενοι δύο ήταν δύσκολοι και για τα παιδιά. Τα ξεπεράσαμε τα προβλήματα όμως λόγω αυτών, η ομάδα δεν πήρε αδειοδότηση εξωθόντας την ιδιοκτήτρια να την πουλήσει. Ήταν ένας άθλος και μια δύσκολη αποστολή όμως ήταν μια πολύ ωραία εμπειρία”.
“Με πόνεσε όταν έφυγα από τον ΟΦΗ, δεν μου δόθηκε χρόνος”
Γυρνάμε τον χρόνο πίσω για να τα πάμε από την αρχή, το καλοκαίρι του 2009 καλείσαι σε μια νέα εποχή – τότε – για τον ΟΦΗ και αναλαμβάνεις την τεχνική ηγεσία της ομάδας, μαζί με τον Μύρωνα Σηφάκη….
“Ήταν μια πάρα πολύ δύσκολη αποστολή, ήταν μόλις η δεύτερη ομάδα που προπονούσα, στα 39 μου χρόνια και σε νεαρή ηλικία. Νομίζω πως προπονητικά ήμουν έτοιμος, μέσα στο γήπεδο, όμως δεν ήμουν έτοιμος να πάρω ένα μεγάλο βάρος σε αυτήν την ηλικία και σε έναν ΟΦΗ που δεν ήταν έτοιμος για εμένα. Γιατί η ομάδα είχε υποβιβαστεί για πρώτη φορά, έπρεπε να επιστρέψει αμέσως, οι προσδοκίες ήταν μεγάλες και ρεαλιστικά δεν ήταν έτοιμη. Μπήκε στην Β’ Εθνική, δεν υπήρχε διοικητική σταθερότητα, είχε μπει τότε ο Γιάννης Κουρτάκης που δεν προερχόταν από τον χώρο του ποδοσφαίρου. Έκανα ότι μπορούσα, δούλεψα πάρα πολύ για να κάνω αυτό που πρέπει στην ομάδα που αγαπούσα. Δεν μου δόθηκε χρόνος και υπομονή, με πείραξε και με πόνεσε αλλά μετά από 17 χρόνια, τώρα μπορώ να πω ότι αυτό το βήμα να έρθω στον ΟΦΗ ήταν νωρίς για μένα επειδή η ομάδα δεν ήταν έτοιμη”.

Αλήθεια, πως προέκυψε ο ΟΦΗ;
“Νομίζω πως και ο Νίκος (σημ. Μαχλάς) δεν ήταν έτοιμος για αυτό το βήμα. Δεν θα ξεχάσω και θα το εκτιμώ πάντα πως μου έδωσε την ευκαιρία, πιστεύω πως είδε κάτι σε μένα γιατί πήρα μια ομάδα, τον Ολυμπιακό Λευκωσίας που ήταν 12ος και βρέθηκε στην 1η θέση. Ο Νίκος έχει μια διαφορετική νοοτροπία για το ποδόσφαιρο και να δώσει σε ένα παιδί 39 χρονών, το τιμόνι του ΟΦΗ – κάτι που βλέπουμε να συμβαίνει τώρα. Εκείνη την εποχή κανένας δεν έδινε ευκαιρίες σε νέα παιδιά, προπονητές και πιστεύω πως όντως ο Νίκος είδε κάτι σε μένα, προπονητικά κάνοντας μου την πρόταση να έρθω στο Ηράκλειο”.

Είπες ότι σε πείραξε η απόφαση του διαζυγίου με τον ΟΦΗ…
“Ήταν μια βιαστική κίνηση, η ομάδα ήταν δεδομένο πως θα έτρωγε τα χαστούκια της, ήθελε μεγαλύτερη ποιότητα για να πάρει την άνοδο και με δικαιώνει η συνέχεια. Ακολούθησαν αλλαγές προπονητών, το επόμενο καλοκαίρι και τις επόμενες μεταγραφικές περιόδους αρκετές προσθήκες, δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε μόνο με νέα παιδιά όπως ήταν τότε ο Πέσιτς, ο Κοκκινάκης και άλλοι παίκτες. Νιώθω πως ήταν βιαστική η απόφαση της ομάδας όμως και πάλι πιστεύω πως επειδή είμαι νικητής και το έδειξε η μετέπειτα πορεία μου ότι θα το ξεπερνούσα. Όμως, επαναλαμβάνω πως ήταν νωρίς και για μένα και για τον ΟΦΗ η απόφαση να προχωρήσουμε μαζί”.

Άρα, στην απόφαση σου έπαιξε ρόλο μόνο το συναίσθημα για να αποδεχθείς την πρόταση του ΟΦΗ…
“100%, πως μπορείς να πεις όχι στον ΟΦΗ; Δεν μπορείς να πεις όχι. Και ώριμος να ήμουν και να έλεγα πάλι ότι δεν ήταν η στιγμή, δεν θα έλεγε κανείς όχι, θα το έκανα ξανά γιατί δεν δίνονται ευκαιρίες σε παιδιά 39 χρονών να αναλάβουν την θέση του προπονητή σε μια μεγάλη ομάδα. Θυμάσαι την πρώτη μέρα; 8.000 κόσμος ήταν στο Βαρδινογιάννειο. Ξεκινήσαμε αργά, όλα αυτά δεν έπαιξαν ρόλο; Ο προπονητής δεν ήθελε τον χρόνο του; Όχι ο Νίκι Παπαβασιλείου αλλά ο οποιοσδήποτε προπονητής. Και είχα τότε δίπλα μου τον Ολλανδό, ο Μίστερ ερχόταν κάθε μέρα στην προπόνηση και μετά το τέλος της, έμπαινε στο γραφείο μου και μιλούσαμε. Όταν πήγε μάλιστα μετά στην Παναχαϊκή, με πήρε τηλέφωνο και μου είπε έλα και κάνε όλη την προπόνηση και απάντησα αρνητικά. Τότε δέχθηκα μια πρόταση από τον κ. Κουράκη και το Νίκο Μαχλά ώστε ν’ αναλάβω την ακαδημία του ΟΦΗ, ήθελα να μείνω στην ομάδα, δεν ήθελα να φύγω και είπα όχι. Τώρα, το μετανιώνω γιατί έπρεπε να είμαι δίπλα του και δεν λες όχι σε αυτόν που σε μεγάλωσε. Παρότι στην καριέρα μου βρέθηκα δίπλα σε μεγάλους προπονητές όπως ο Κέβιν Κίγκαν, τον βοηθό του Βενγκέρ στην Άρσεναλ, δεν πιστεύω πως υπήρχε καλύτερος, από τον Γκέραρντ, στην διαχείριση προσωπικοτήτων και αποδυτηρίων”.
“Ο Γκέραρντ επηρρεάσε την ζωή μου και την φιλοσοφία μου ως προπονητής και άνθρωπος”
Το 2009 έπαιξαν ρόλο τα διοικητικά προβλήματα;
“Η αστάθεια και το ότι η ομάδα δεν είχε μια οργάνωση που να δημιουργεί ένα πλάνο και να πεις ότι ο ΟΦΗ υποβιβάστηκε αλλά έχει έναν ιδιοκτήτη, όπως διαθέτει τώρα τον Μπούση. Φανταστείτε να υποβιβαζόταν και να είχε μεγαλομέτοχο τον Μπούση και παράλληλα να τρέχουν διάφορα project (αγωνιστικό, αθλητικό κέντρο, γήπεδο). Αυτά δεν υπήρχαν και έβλεπα να έρχεται το κακό. Δεν μου έκαναν εντύπωση τα προβλήματα που αντιμετώπισε τα επόμενα χρόνια, με στενοχωρούσαν γιατί ο ΟΦΗ είναι η ομάδα μου, είναι η ομάδα που μου έδωσε τα πάντα. Έβλεπα το κακό να έρχεται και όταν έφυγα το είπα και στο Νίκο “μην ανακατευτείς γιατί θα έχεις πρόβλημα”. Αυτή είναι η ζωή δυστυχώς και ίσως το μομέντουμ να μην ήταν το κατάλληλο, εκ των υστέρων ναι δεν ήταν το καλύτερο και για μένα”.
Πόσο σε ωφέλησε προπονητικά η συνύπαρξη σου με τον Ευγένιο Γκέραρντ;
“Ο Μίστερ, αρχικά, ήταν πρακτικός. Έβγαζε την φιλοσοφία του με πολύ διαφορετικό τρόπο από ότι εμείς τώρα. Εμείς λειτουργούμε με μεγαλύτερη ανάλυση, λεπτομέρεια όμως εκείνος παρουσίαζε πράγματα στο παιχνίδι με πολύ μεγάλη εμπειρία και πρακτικό τρόπο. Ήταν ένας άνθρωπος που ήθελε να παίξει με εξτρέμ, να πας στο ένας εναντίον ενός, να βγάλεις παίκτες στην μεγάλη περιοχή, μάξιμουμ τρεις πάσες, γενικά πράγματα που τα βλέπουμε τώρα και εμείς τα κάναμε πριν από 35 χρόνια που δεν τα έκανε κανένας. Είχαμε ηρεμία στο παιχνίδι μας, ήθελε η τελευταία πάσα να περνάει από τον Βέρα, το Ντελγκάδο, το Νιόπλια. Δεν ήθελε να περνάει το παιχνίδι από τους αμυντικούς με μεγάλες μπαλιές, τρελαινόταν. Ο καθένας από εμάς, γνώριζε τον ρόλο του και είναι μεγάλο πράγμα, ειδικά όταν μιλάμε για εποχές που το ποδόσφαιρο δεν είναι όπως τώρα. Έρχονταν οι ομάδες στο Ηράκλειο και τις “πνίγαμε” από το πρώτο δευτερόλεπτο, όλα αυτά είναι στοιχεία μοντέρνου ποδοσφαίρου. Η επιρροή του προς εμένα ήταν πολύ μεγάλη, οι ομάδες μου έχουν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που έμαθα από τον Μίστερ”.

Τι πήρες στο τέλος από τον Ευγένιο Γκέραρντ και γενικά από τους προπονητές που συνεργάστηκες;
“Πήρα πολλά από πολλούς. Μου έδωσε πολλά ο Γκέραρντ, με βοήθησε η σχολή στην Αγγλία, η αντίληψη γύρω από το ποδόσφαιρο, η διαδικασία και η προετοιμασία γύρω από το ποδόσφαιρο. Με βοήθησε πάρα πολύ και μετά όλα αυτά έπρεπε να τα βγάλω στην πράξη. Πέρα από την προετοιμασία, έρχεται η διαχείριση των ανθρώπων, όπου σε αυτό το κομμάτι ο Γκέραρντ ήταν ιδιοφυΐα. Στα μεγάλα παιχνίδια δεν μας μιλούσε καθόλου. Εγώ τον ρωτούσα για τα πάντα. Μας έλεγε πως “δεν σας φοβάμαι στα ντέρμπι, στα μικρά παιχνίδια σας φοβάμαι. Τι έκανα εγώ σε αυτά τα ματς; Πάντα φασαρία. Έψαχνα μια ευκαιρία στην προπόνηση, σας έχω στην… πρίζα”. Τότε δεν τις καταλάβαινα αυτές τις λεπτομέρειες και πολλοί δεν τις καταλαβαίναμε και πολλές φορές τα είχαμε με τον Ολλανδό. Μετά όμως είχε μια συμπεριφορά που τότε δεν την καταλάβαινα και δεν μου άρεσε όμως μετά που ξεκίνησα την προπονητική, την αντιλήφθηκα πλήρως. Μου έδινε τέσσερα – πέντε παιχνίδια, ο κόσμος μιλούσε για μένα, μετά με πετούσε στον πάγκο και εγώ αναρωτιόμουν. Εκείνος είχε τον λόγο του όπως και έβαζε την ομάδα πάνω απ’ όλους”.
Πόσο σε βοήθησαν αυτά τα μαθήματα του Γκέραρντ;
“Με βοήθησε πολύ γιατί προσπαθώ να είμαι ένας άνθρωπος που να είμαι σαν πατέρας των παικτών, να τους εξηγήσω πράγματα που θα τα καταλάβουν τώρα και όχι όταν θα είναι αργά επειδή τελειώνει γρήγορα μια καριέρα. Όταν δεν έχεις την ωριμότητα ή τον άνθρωπο που πρέπει να σε καθοδηγήσει, θα κάνεις λάθη. Και εγώ είχα κάνει τεράστια λάθη που αν είχα έναν άνθρωπο δίπλα μου που θα με έβαζε σε έναν δρόμο, θα ήταν διαφορετικά. Και με τον Γκέραρντ είχαμε τσακωθεί, δεν ήθελε να φύγω για την Αγγλία, δεν το πήρε καλά, με πήρε τηλέφωνο μετά από 1,5 χρόνο μου λέει “τι κάνεις κοντέ; Πως είσαι εκεί; Έλα εδώ γιατί σε περιμένουν τα φιλαράκια σου” και κάπως έτσι ξαναγύρισα. Παρότι αν γυρίσω πίσω τον χρόνο δεν θα έπαιρνα την ίδια απόφαση”.
“Δεν έπρεπε να φύγω από τη Νιουκάστλ, απέρριψα πρότασεις από Σέλτικ, Γουέστ Χαμ για να γυρίσω στον ΟΦΗ”
Αν γυρνούσες πίσω τον χρόνο, θα έπαιρνες πάλι την ίδια απόφαση;
“Όχι, δεν θα επέστρεφα στον ΟΦΗ και δεν έπρεπε να φύγω από τη Νιουκάστλ. Στα 25 μου χρόνια απέρριψα προτάσεις από την Σέλτικ, την Γουέστ Χαμ, την Ιταλία και θα μπορούσα να μείνω στην Αγγλία επειδή ο Κέβιν Κίγκαν μου είχε ζητήσει να μείνω εκεί γιατί με πίστευε πάρα πολύ. Δεν έπρεπε να γυρίσω στον ΟΦΗ. Έπρεπε να μείνω εκεί, καταρχήν ήμουν ο πρώτος Έλληνας/Κύπριος που πήγε στην Premier League που τότε δεν μπορούσες να παίξεις σε ένα τέτοιο πρωτάθλημα. Και από την στιγμή που έπαιξα, είχα καλές εμφανίσεις, είχα αναδειχθεί man of the match, ο κόσμος με είχε αγαπήσει και έπρεπε να μείνω. Για αυτό προσπαθώ πολύ με τα νέα παιδιά, να είμαι δίπλα τους και να τους συμβουλεύω σωστά”.

Σαν παίκτης δούλεψες με πολύ μεγάλους προπονητές…
“Έζησα πράγματα και ανθρώπους – προσωπικότητες που είναι ταπεινοί και δεν καβάλησα ποτέ μου το καλάμι γιατί γνωρίζω ποιος είμαι και ποιοι είναι κάποιοι άλλοι αλλά και πως πρέπει να είσαι ως χαρακτήρας σε αυτό το επίπεδο. Με βοήθησε πολύ για να δημιουργήσω τον χαρακτήρα μου και η Κρήτη όμως γιατί εδώ ζουν άνθρωποι με αρχές, καρδιά και τρομερή φιλοξενία επειδή για να κάνεις κάτι στην ζωή σου, πρέπει να έχεις άξιες. Αυτά τα κρατάω πάντα”.
Και ως προπονητής του Εργοτέλη μετέπειτα αποκλείεις τον ΟΦΗ από το Κύπελλο…
“Είχα αντιμετωπίσει τον ΟΦΗ ως προπονητής του Εργοτέλη σε εκείνο το παιχνίδι που αποκλείστηκε στα πέναλτι και για μένα ήταν πολύ δύσκολη μέρα. Από την μια υπήρχε η νοοτροπία του νικητή που μας είχε μάθει ο Γκέραρντ και από την άλλη ο επαγγελματισμός που έπρεπε να κάνεις το καλύτερο για την ομάδα σου”.
Και πάμε στο κεφάλαιο Εργοτέλης…
“Αρχικά θέλω να δώσω συλλυπητήρια στην οικογένεια του Τάκη Γκώνια, παρότι δεν ήμασταν φίλοι και στην ζωή μου είχαμε συναντηθεί δύο φορές, επρόκειτο για έναν άνθρωπο που είχε πολύ ωραίες ιδέες για το ποδόσφαιρο. Όταν ανέλαβα τον Εργοτέλη στην θέση του, πρόσθεσα πράγματα στο επιθετικό και το αμυντικό, ισορροπία στον τρόπο παιχνιδιού του. Είχε δεχθεί 58 γκολ, έφερα τον Γιακούμπου που αυτήν την στιγμή κάνει τεράστια καριέρα στην Αίγυπτο και ήρθε με 1.000 ευρώ και τώρα παίρνει 800.000 ευρώ. Ο Ιατρούδης αν είχε μυαλό, θα είχε κάνει μεγάλη καριέρα, ο Έφορντ που πήγε στην Σκωτία. Ήταν μια πολύ ωραία εποχή που παίξαμε πολύ καλό ποδόσφαιρο, πήγαμε στους “8” του Κυπέλλου Ελλάδας, θα μπορούσαμε να βγούμε αν το θέλαμε, μας αφαιρέθηκαν οι 3 βαθμοί. Ο ιδιοκτήτης δεν ήθελε ν’ ανέβει ο Εργοτέλης παρότι εγώ τους έσπρωχνα προς αυτόν τον στόχο γιατί πίστευα πως με αυτήν την φιλοσοφία θα μπορούσε να κάνει κάτι διαφορετικό στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Αν ήθελε να την πουλήσει, να την πουλήσει με μεγαλύτερη αξία. Μου πήρε όμως τον Γιακούμπου, μου πήρε τον Κοζορώνη, έγιναν διάφορα που δεν με βοήθησαν και το έλεγα στον Μάγκεντ”.
Επί της ουσίας, ο Εργοτέλης που έφτασε μια ανάσα από την άνοδο στην Super League ήταν η δική σου βάση…
“Ήμουν σε ένα πολύ ωραίο περιβάλλον και ο Σταύρος Λαμπράκης είναι ένα πολύ αξιόλογο παιδί, γνωρίζει από ποδόσφαιρο, η καθημερινότητα μας στον Εργοτέλη είχε υγεία και ήταν πολύ όμορφη”.
Και μετά πτώση στα τοπικά πρωταθλήματα…
“Δεν το περίμενα, παρότι του χρωστάω και οφείλω να πω ένα ευχαριστώ στον Μάγκεντ Σάμι επειδή μου άνοιξε την πόρτα της Αιγύπτου. Είναι ένας άνθρωπος πολύ ωραίος, η Wadi Degla είναι ένας πολύ οργανωμένος ποδοσφαιρικός σύλλογος, όταν πήγα η ομάδα ήταν τελευταία και καταφέραμε να κάνουμε έναν φανταστικό δεύτερο γύρο και να παραμείνουμε στην κατηγορία. Μου άνοιξε την πόρτα για να πάω στην συνέχεια σε άλλες ομάδες και να βρεθώ έξι χρόνια, κάτι σπάνιο για Ευρωπαίο προπονητή”.
Και ενδιάμεσα η εμπειρία του Πανιώνιου…
“Πριν φύγω, τους έδωσα προθεσμία γιατί θα με έβγαζαν από το σπίτι μετά από τέσσερις μέρες. Τους είπα πως δεν ήθελα να φύγω, είχα μιλήσει και με τον Ζαμάνη και με τον Δάρα, βρέθηκε η πρόταση από τον Μάγκεντ και έπρεπε να φύγω. Είχαμε φτάσει σε ένα σημείο που παρότι παίζαμε δίχως ξένους, αγωνιζόμασταν με παιδιά από την δεύτερη ομάδα και φτάσαμε να ισοβαθμούμε με τον Παναιτωλικό παρότι ξεκινήσαμε με -3. Υπήρξε περίοδος που στην Εθνική Ελπίδων είχαν κληθεί 9 παίκτες από τον Πανιώνιο, πρωτόγνωρος αριθμός. Δεν έμεινα γιατί δεν γινόταν να παραμείνω με αυτές τις συνθήκες όμως είμαι περήφανος που βρέθηκα στον Πανιώνιο και γενικά στην ζωή μου έχω πάρει πολύ δύσκολες αποφάσεις και δύσκολες αποστολές”.
“Εμείς δεν είχαμε την πίεση που έχει τώρα ο παίκτης του ΟΦΗ – Ο καθένας έχει την άποψη του μέσω των social media”
Ένα σχόλιο για τον τωρινό ΟΦΗ…
“Παρακολουθώ το πως εξελίσσεται η κατάσταση στον ΟΦΗ και πιστεύω πως ο κόσμος έχει γίνει τρομερά απαιτητικός, δεν είναι μόνο δικό του φαινόμενο και δεν ήταν τόσο πολύ όταν παίζαμε εμείς. Ποτέ δεν ένιωσα ως παίκτης του ΟΦΗ, αυτήν την πίεση από τον κόσμο. Πιστεύω πως είναι ένα γενικό πρόβλημα γιατί πλέον ο κόσμος δεν έρχεται στο γήπεδο για να εκφράσει την άποψη του αλλά το κάνει μέσω των social media. Ο κάθε πικραμένος, συγνώμη για τον χαρακτηρισμό, έχει άποψη και μάλιστα αυτό είναι ένα θέμα, η διαχείριση των social media, το οποίο προσπαθώ να εκπαιδεύω τα παιδιά και τους παίκτες ώστε να διαχειρίζονται τους λογαριασμούς τους προσεκτικά επειδή αν μπεις στην διαδικασία να διαβάζεις τα σχόλια τότε δεν σε οδηγεί πουθενά. Φυσικά ένας ποδοσφαιριστής υψηλού επιπέδου πρέπει να είναι νοητικά πολύ δυνατός και ισχυρός ώστε να μην επηρεάζεται, πλέον και οι ομάδες βοηθούν τα παιδιά. Οι εποχές έχουν αλλάξει.
Είναι πρόβλημα ναι η έλλειψη σταθερότητας, υπάρχουν καλές / κακές χρονιές, υπάρχει μεγάλη πίεση από τον κόσμο, είναι ένα πρόβλημα αυτό”.
Και πάμε στην φετινή σεζόν που άλλη εκκίνηση είχε και άλλη κατάληξη τελικά…
“Η σεζόν ξεκίνησε και ο ΟΦΗ ήταν μέσα σε ένα πρόβλημα, όταν ήρθε η αλλαγή προπονητή και μπήκε ο Κόντης, θα μπορούσε να κινδυνεύσει. Όταν ανέλαβε τον ΟΦΗ, ήταν προτελευταίος και μπράβο του γιατί το γύρισε. Πήρε αποφάσεις σε κρίσιμα σημεία που του βγήκαν, ο κόσμος άρχισε να τον πιστεύει – που δεν είναι εύκολο να συμβεί – και στο τέλος της ημέρας τελικά η ομάδα διεκδικούσε την 5η θέση και να κατακτήσει το Κύπελλο Ελλάδας”.
“Xρειάζεται προσοχή η νέα χρονιά – Ο Κόντης λειτούργησε έξυπνα”
Πόσο δύσκολο είναι για έναν προπονητή;
“Ο Χρήστος φαίνεται πως έχει μια συγκεκριμένη φιλοσοφία, λειτούργησε έξυπνα αλλάζοντας πράγματα σε παιχνίδια που δεν διέθετε την ποιότητα για να παίξει, έπρεπε ν’ αλλάξει την διάταξη του, τα έκανε και αυτό είναι μαγκιά του γιατί πρέπει να είσαι ευέλικτος. Και στην συνέχεια ήρθε και η ψυχολογία. Και στον τελικό κόντρα στον ΠΑΟΚ, έκανε μεγάλο παιχνίδι ο ΟΦΗ παρότι δέχθηκε μεγάλη πίεση γιατί έβλεπα το παιχνίδι στο λεωφορείο και είχα αγχωθεί. Τώρα φυσικά χρειάζεται διάρκεια, να συνεχίσει αυτό που έκανε, πιστεύω πως και ο οργανισμός έχει διαφορετική φιλοσοφία, να χτίσει πάνω σε αυτό και να αποκτήσει μεγαλύτερη διάρκεια”.
Ο κόσμος περιμένει την επόμενη χρονιά με μεγάλη ανυπομονησία λόγω και της ευρωπαϊκής πρόκλησης…
“Θέλει σωστή διαχείριση γιατί η Ευρώπη είναι δύσκολη, εξαρτάται πόσο μακρυά θα πας γιατί αν συμβεί αυτό και πραγματικά το πιστεύω ότι αν παίξει στο Conference, μπορεί να πάει μακρυά. Χρειάζεται μεγαλύτερο βάθος από αυτό που είχες, τα παιχνίδια είναι διαφορετικά και στη νοοτροπία επειδή μετά από ευρωπαϊκό παιχνίδι, επιστρέφεις στο πρωτάθλημα. Χρειάζεσαι παίκτες που θα έχουν την εμπειρία από την διαχείριση και απαιτείται μεγαλύτερη ποιότητα και βάθος.
Θεωρώ πως το Κύπελλο είναι ικανό να τον αλλάξει για τα επόμενα χρόνια, είμαι σίγουρος πως υπάρχουν στελέχη στην ομάδα που το βλέπουν με αυτόν τον τρόπο. Δεν γνωρίζω, δεν είμαι μέσα στον ΟΦΗ όμως ξέρω τι κάνει ο Ηλίας και μπράβο του, ξέρω πως ο πρόεδρος είναι ένας άνθρωπος που έχει όραμα και μου βγάζει μια ηρεμία για το τι θέλει να κάνει. Θα έρθουν και δύσκολα, τι κάνουμε εκεί; Ακούμε τον κόσμο που βρίζει και ξέχασε πως ήρθε ένας άνθρωπος και μας έφερε το κύπελλο; Εκεί είναι που πρέπει να στηριχθούν όλοι, είμαι πάντα υπέρ της φιλοσοφίας να δίνεις χρόνο στον προπονητή, στην Ελλάδα δεν υπάρχει υπομονή. Δείτε τι έγινε με τον Αρτέτα; Αν δούλευε στην Ελλάδα θα είχε φύγει με το καλημέρα και όλοι θα ήθελαν να τον “σκοτώσουν” όμως στην Αγγλία άντεξε και πήρε φέτος το πρωτάθλημα. Το στοιχείο που κάνει την διαφορά είναι η ηρεμία στα δύσκολα και την λήψη αποφάσεων. Ο οργανισμός της Άρσεναλ πίστεψε στον Αρλέτα, πέρασε πλέον τον στόχο της κατάκτησης του πρωταθλήματος και πλέον τα επόμενα χρόνια θα είναι δικά της. Όταν ήμουν στη Νιούκαστλ, ήταν μπροστά και έχασε το πρωτάθλημα από την Γιουνάιντεντ και όταν έκανα τα μαθήματα για το δίπλωμα, καθηγητής ήταν ο Κέβιν Κίγκαν που αναφέρθηκε σε εκείνη την χρονιά ότι δεν είχαμε την γνώση να το διαχειριστούμε και εν τελεί το πήρε εκείνη που είχε το know how”.
Πως σχολιάζεις την αλλαγή έδρας με τον ΟΦΗ να μετακομίζει στο Παγκρήτιο Στάδιο;
“Αν είσαι καλή ομάδα παίζεις παντού και ειδικά αν είσαι μια πολύ καλή ομάδα, σου ταιριάζει το Παγκρήτιο παρότι αγαπάμε και λατρεύουμε το Γεντί Κουλέ, είναι το σπίτι μας και εκεί μεγαλώσαμε. Εγώ ως προπονητής θα προτιμούσα το Παγκρήτιο Στάδιο γιατί είναι ένα μεγάλο γήπεδο που σε βοηθάει να παίξεις. Στατιστικά τον βοήθησε σε σύγκριση με το Γεντί Κουλέ; Αφού προέκυψαν στατιστικά, τότε ήταν σωστή απόφαση. Παράλληλα όμως σου δίνει το έναυσμα να δεις τον ΟΦΗ στο δικό σου γήπεδο. Νιώθω τον ενθουσιασμό του κόσμου του ΟΦΗ, το κύπελλο τον έχει κάνει να ξαναγεννηθεί και πραγματικά πιστεύω πως αν είχε το δικό του γήπεδο, δεν θα είχε πάνω από 15.000 διαρκείας. Το ποδόσφαιρο είναι business και δεν πρέπει να το ξεχνάμε αυτό. Να δημιουργήσει ένα γήπεδο με δικά του έσοδα, να πουλάει 10.000 φανέλες. Ο ΟΦΗ είναι μια ομάδα Super League, το σκάουτινγκ είναι παγκόσμιο, να έχεις δημιουργήσει μια ακαδημία – πρότυπο, να φέρνεις παιδιά από όλη την Ελλάδα, από το εξωτερικό με αποτέλεσμα να, είχα την εμπειρία να διδάξω σε μεγάλες ευρωπαϊκές ομάδες όπως η Μαρσέιγ, και τότε όταν δίνεις ευκαιρίες σε δικά σου παιδιά τότε έχεις μεγάλο μέλλον”.
Όπως ο ΟΦΗ το κάνει με την επένδυση στις ακαδημίες του…
“Ο ΟΦΗ στηρίζεται σε πολλούς Έλληνες στην ενδεκάδα του και αν συνεχίσει με την ίδια φιλοσοφία, μόνο κέρδη θα έχει ώστε παράλληλα να επενδύεις σε ξένους που θα κάνουν την διαφορά. Αν πάρουμε, για παράδειγμα, ένα παιδί 17 χρονών και γίνει επαγγελματίας δεν θα πάρει συμβόλαιο 200.000 ευρώ, άρα αμέσως γλιτώνεις αυτά τα χρήματα. Όπως και να το δεις, είσαι κερδισμένος γιατί και ο κόσμος σε στηρίζει βλέποντας να επενδύεις σε δικά σου παιδιά.