Ο άνθρωπος που έφερε το Κύπελλο στην Κρήτη με το νικητήριο γκολ παραχώρησε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη στην οποία περιγράφει την ποδοσφαιρική του ζωή.
Ο Άαρον Ισέκα αναδείχθηκε σε μεγάλο πρωταγωνιστή του ΟΦΗ με το γκολ – πέναλτι που πέτυχε κόντρα σοτν ΠΑΟΚ και μίλησε στην ιστοσελίδα england365 όπου αποκαλύπτει την πρόταση της Τσέλσι αλλά και την αφοσίωση του στην Άντερλεχτ με αποτέλεσμα ν’ απορρίψει τους Άγγλους αλλά και για το τι ένιωθε την στιγμή που εκτελούσε το πέναλτι.
Αναλυτικά τα όσα είπε ο Άαρον Ισέκα στο England365:
Άαρον, τι σημαίνει για σένα το γκολ στον τελικό και η κατάκτηση του Κυπέλλου με τον ΟΦΗ;
«Σημαίνει πολύ περισσότερα από απλές λέξεις, για την ιστορία αυτού του συλλόγου, για τους συμπαίκτες μου, για την προσωπική μου ζωή μετά από μια δεύτερη επιστροφή, για τη σχέση μου με τον Ιησού… Το νόημα είναι τεράστιο, δεν μπορώ να το περιγράψω.»
Πώς διαχειρίστηκες την πίεση στη στιγμή του πέναλτι που ουσιαστικά έκρινε τον τίτλο;
«Πίστη. Αν με είδατε, προσευχόμουν στον Ιησού πριν φιλήσω την μπάλα, και επίσης η δουλειά που είχαμε κάνει δύο μέρες πριν στην προπόνηση. Είχα σκοράρει σε κάθε φάση, οπότε ήμουν πραγματικά σίγουρος και ήρεμος για να βάλω αυτό το γκολ.»
Μεγάλωσες ποδοσφαιρικά στην Άντερλεχτ. Τι σου έδωσε αυτή η ακαδημία στα πρώτα σου βήματα;
«Η Άντερλεχτ είναι ο πρώτος σύλλογος, όπου ένιωσα αγάπη ως παιδί. Μου έδωσαν πολλά, ειδικά στην ακαδημία. Αλλά για να είμαι δίκαιος, ο πραγματικός μου «δημιουργός» ήταν ένας προπονητής που λέγεται Σεθ Ενκαντού, που τώρα έχει δική του ομάδα. Αυτός είναι που με «γυάλισε» σαν διαμάντι περισσότερο από την Άντερλεχτ».
Στο UEFA Youth League ξεχώρισες ως ένας από τους κορυφαίους σκόρερ. Υπήρχαν αρκετές ομάδες που σε ήθελαν τότε;
«Ναι, μερικές, και η βασική ήταν η Τσέλσι. Αλλά το όνειρό μου ήταν να παίξω στην Άντερλεχτ με όλους τους φίλους μου, οπότε είπα στον μάνατζερ και τον πρόεδρο ότι θα μείνω γιατί θέλω να γράψω ιστορία με την Άντερλεχτ, και υπέγραψα συμβόλαιο τεσσάρων ή πέντε χρόνων αμέσως μετά.»
Έκανες ντεμπούτο στην πρώτη ομάδα σε πολύ μικρή ηλικία. Πόσο έτοιμος ένιωθες τότε για αυτό το επίπεδο; Είχες αυτοπεποίθηση;
«Ειλικρινά, αρκετά καλά. Στην πρώτη μου εμφάνιση το απολάμβανα, ήμουν πολύ ενθουσιασμένος και με αυτοπεποίθηση, και ειδικά ο Μπέσνικ Χάσι τότε με υπολόγιζε πολύ, με έβαλε μπροστά από επιθετικούς στο τέλος της σεζόν όπως ο Καμπασέλ, ο Σιριάκ… Φτάσαμε σχεδόν σε έναν τελικό, ήμουν μέρος αυτού, οπότε η πρώτη μου χρονιά ήταν καλή εκεί.»
Ο τραυματισμός στο γόνατο σε νεαρή ηλικία σε επηρέασε. Πόσο δύσκολη ήταν εκείνη η περίοδος και τι άλλαξε στο παιχνίδι σου μετά;
«Στην αρχή δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο σοβαρός ήταν αυτός ο τραυματισμός. Όταν πλησίαζε η επιστροφή μου, ένιωσα τη διαφορά στο σώμα μου και άρχισαν οι αμφιβολίες στο μυαλό μου: «θα είμαι ποτέ ο ίδιος παίκτης;» κτλ. Και είδα πώς σε αντιμετωπίζουν στο ποδόσφαιρο όταν είσαι τραυματίας… Ακόμα και στον χειρότερο εχθρό μου (αν και δεν έχω), δεν θα ευχόμουν αυτόν τον τραυματισμό.»
Σε ηλικία 12 ετών αντιμετώπισες τη νόσο Osgood-Schlatter disease. Πόσο σε επηρέασε εκείνη η περίοδος και τι κράτησες ως μάθημα για τη συνέχεια της καριέρας σου;
«Αλήθεια; Πού βρίσκετε αυτές τις πληροφορίες; Όχι, ήμουν παιδί, έκλαιγα γιατί έχασα όλα τα τουρνουά στο τέλος της σεζόν, αλλά δεν πήρα κάποιο μάθημα τότε γιατί δεν το έβλεπα τόσο βαθιά. Στα 12 ήμουν απλά παιδί που έπαιζε με τους φίλους του και χαίρομαι που δεν σκεφτόμουν έτσι!»
Τον Ιούλιο του 2018 η Τουλούζ επένδυσε περίπου 1 εκατομμύριο ευρώ για να σε αποκτήσει. Τι πιστεύεις ότι δεν λειτούργησε εκεί;
«Για να είμαι ειλικρινής, δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος, δεν απέδωσα μακροπρόθεσμα. Νομίζω ο σύλλογος περίμενε μεγάλα αποτελέσματα μέσα σε δύο χρόνια, αλλά δεν τους έδωσα αυτά που περίμεναν. Αυτό είναι το ποδόσφαιρο. Το γαλλικό πρωτάθλημα είναι πολύ δύσκολο, ειδικά αν δεν είσαι στις πρώτες 8 ομάδες. Μετά τη θητεία μου στη Βάρεγκεμ και στο Europa League, ήμουν σίγουρος ότι μπορώ να επιστρέψω πιο έτοιμος στη Γαλλία μετά τον τραυματισμό ACL, αλλά απέτυχα. Είναι μέρος του ποδοσφαίρου, αλλά ωρίμασα πολύ εκεί.»
Πώς ήταν η εμπειρία σου στο αγγλικό ποδόσφαιρο με τη φανέλα της Μπάρνσλει;
«Ήθελα πολύ να παίξω μια μέρα στην Αγγλία, οπότε υπέγραψα αμέσως όταν είδα την ευκαιρία. Δεν είναι τεράστιος σύλλογος, αλλά την προηγούμενη χρονιά έπαιζαν στα Play Offs για άνοδο στην Premier League, οπότε για μένα ήταν τέλειο για να πάω και να παίξω κατευθείαν. Όμως, πρώτα είχα πρόβλημα με τα χαρτιά, στην Αγγλία χρειάζεσαι άδεια κτλ. Δεν έκανα προετοιμασία και έχασα 2 μήνες. Στην αρχή τα πράγματα ήταν όπως τα περίμενα, αλλά στο δεύτερο μισό της σεζόν είχα ένα προσωπικό θέμα δύσκολο, και ήρθε και ένας προπονητής και όλα άρχισαν να πηγαίνουν προς τα κάτω για μένα. Δεν είχα ποτέ πρόβλημα μαζί του, αλλά νομίζω ότι το στυλ του δεν ταίριαζε με το παιχνίδι μου.»
Η Championship είναι ένα ιδιαίτερα απαιτητικό πρωτάθλημα. Τι ήταν αυτό που σε δυσκόλεψε περισσότερο στην προσαρμογή;
«Ο καιρός (γελάει)! Όχι, σοβαρά, εκτός γηπέδου ήταν το βασικό θέμα για μένα, τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Μας έκλεψαν, μπήκαν στο σπίτι μας και κανείς δεν με βοήθησε να το αντιμετωπίσω. Δεν μπόρεσα να είμαι ο εαυτός μου μετά από αυτό, νιώσαμε παραβιασμένοι… Αυτό το περιστατικό μου αφαίρεσε κάθε συγκέντρωση. Δεν ήθελα να μείνω στην Αγγλία μετά από αυτό και το ποδόσφαιρο δεν ήταν πια προτεραιότητά μου. Τώρα που το σκέφτομαι, έπρεπε να το είχα μοιραστεί.»
Θεωρείς ότι η εμπειρία στην Αγγλία σε «σκλήρυνε» και σε βοήθησε να εξελιχθείς ως επιθετικός;
«Όχι ιδιαίτερα. Έπαιζα κυρίως ως εξτρέμ σε σύστημα 3-4-3, αριστερά, αλλά πολύ εσωτερικά κοντά στον επιθετικό, και μου άρεσε πολύ αυτή η θέση, έχεις την ελευθερία του επιθετικού αλλά δεν είσαι καθαρός επιθετικός, είσαι με πρόσωπο προς το τέρμα, ήταν πολύ καλό (τουλάχιστον στο πρώτο μισό της σεζόν).»
Ο αδερφός σου, Μίτσι Μπατσουαγί, έχει μια μεγάλη καριέρα στο κορυφαίο επίπεδο. Πόσο σε έχει επηρεάσει η παρουσία του;
«Πολύ. Δεν είχα πολλά πρότυπα στην καριέρα μου, αλλά αυτόν ναι. Έπαιξε σε μεγάλες ομάδες και σκόραρε παντού, χωρίς πάντα να παίρνει τις ευκαιρίες που άξιζε. Τα στατιστικά του είναι απίστευτα και έχει παίξει σε όλα: Μουντιάλ, Champions League, EURO, παντού σκόραρε. Είναι παράδειγμα αποφασιστικότητας που θα ήθελα να έχω.»
Υπήρξε ποτέ σύγκριση που σε πίεσε ή το είδες πάντα ως κίνητρο;
«Ναι, λογικά όταν πήγα στη Μαρσέιγ, ο κόσμος ήθελε από μένα στα 18 να βάλω 30 γκολ στην πρώτη σεζόν όπως ο αδερφός μου, μετά από ACL… Αλλά όχι, ποτέ δεν το ένιωσα ως πίεση. Μπορεί να κάνω λάθη σαν άνθρωπος, όμως η πίεση δεν ήταν ποτέ λόγος. Ο μόνος που μπορεί να ανεβάσει την πίεσή μου είναι η γυναίκα μου, στα υπόλοιπα, ο Ιησούς είναι μαζί μου (γελάει).»
Κρατάτε διαφορετικά επίθετα. Ήταν μια συνειδητή επιλογή για να χαράξεις τη δική σου ταυτότητα στο ποδόσφαιρο;
«Όχι, απλά χρησιμοποιώ το επίθετο που μου έδωσε η μητέρα μου όταν γεννήθηκα. Αποφάσισε ότι μετά από μένα δεν θα κάνει άλλο παιδί, οπότε ήθελε το τελευταίο να έχει το όνομά της. Στο Βέλγιο αυτό επιτρέπεται, έχουμε τον ίδιο πατέρα και μητέρα, αλλά εγώ πήρα το επίθετο της μητέρας μου ως το τελευταίο παιδί.»
Ποιο είναι το καλύτερο γήπεδο στο οποίο έχεις αγωνιστεί μέχρι σήμερα και ποιος ο δυσκολότερος αμυντικός που έχεις αντιμετωπίσει;
«Το «Παρκ ντε Πρενς» στο Παρίσι τεράστιο και το «Ντα Λουζ» της Μπενφίκα. Δεν έπαιξα εκεί αλλά είναι το πιο όμορφο που έχω δει. Ο Μαρκίνιος, αλλά πολύ κοντά ο Γκάμπριελ της Άρσεναλ, που τότε ήταν στη Λιλ και ήταν «τέρας». Έχω παίξει και με τον Τιάγκο Σίλβα, αλλά ο Μαρκίνιος στην καλύτερη ηλικία του ήταν ασταμάτητος.»
Πώς προέκυψε η άφιξη στον ΟΦΗ; Τι ήξερες για την Ελλάδα, πριν από αυτό;
«Ειλικρινά, και τις δύο φορές ο ΟΦΗ με κάλεσε όταν περνούσα δύσκολα, οπότε είμαι πολύ ευγνώμων σε αυτόν τον σύλλογο που με εμπιστεύτηκε δύο φορές σε τέτοιες στιγμές. Δεν ήξερα πολλά, για να είμαι ειλικρινής, εκτός από τις 3-4 μεγάλες ομάδες. δεν φανταζόμουν ποτέ τον εαυτό μου εδώ.»
Θα έμενες εδώ και τα επόμενα χρόνια;
«Αυτός είναι ο στόχος μου!»